Η Γερμανία στο κλουβί του Χέγκελ – ΑΡΘΡΟ

 

 

 

AΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΑΚΗ ΑΝΔΡΟΝΟΠΟΥΛΟΥ

Ιδεαλισμοί υπάρχουν πολλοί και ως επί το πλείστον είναι γοητευτικοί, αλλά πάντα επικίνδυνοι. Ο Χέγκελ, ο θεμελιωτής του γερμανικού ιδεαλισμού, κατάφερε να κλειδώσει τον ιδεαλισμό του από μέσα και απ΄ έξω και να βάλει ένα τέλος στην … ιστορία. Σε αυτό το ερμητικά κλειστό φιλοσοφικό σύστημα φαίνεται να ζει η Γερμανία τα τελευταία 185 χρόνια.

Ένας υπέροχος λαός εγκλωβισμένος στις ιδεοληψίες μιας διάνοιας που έθεσε τα θεμέλια της πρωσικής Γερμανίας και του θεοποιημένου κράτους… που σήμερα η γερμανική ελίτ, λειτουργώντας για λογαριασμό του γερμανικού κεφαλαίου, επιχειρεί να μεταλαμπαδεύσει στην Ευρώπη.

Τι ματαιοδοξία! Ο Χέγκελ κατασκεύασε ένα ακραίο φιλοσοφικό σύστημα που στηρίζεται στη διαλεκτική του παράλογου της απόλυτης Ιδέας, του ολιστικού αχταρμά των αντιθέσεων, όπου μέσα εκεί κρύβει τον αμοραλισμό της ισχύος και της επιβολής. Έφτιαξε την πρωσική Γερμανία ως Ιδέα, πριν την υλοποιήσει ο Μπίσμαρκ… Όμως, όσο ζούσε ο Χέγκελ κρατούσε την φιλοσοφική του κατασκευή, την καμπάλα της νέας απολυταρχίας, στο πεδίο του πολιτισμού. Μόλις πέθανε και έπαψε να ελέγχει τον χεγκελισμό με αποτέλεσμα αυτός να πολυδιασπασθεί, τα τέρατα βγήκαν στο προσκήνιο της Ιστορίας. Έτσι έγινε και μετά την αποχώρηση του Μπίσμαρκ. Η Γερμανία έπεσε στα χέρια αυτών που την οδήγησαν στην ύπατη ματαιοδοξία, στην γερμανοποίηση της Ευρώπης και στον Μεγάλο Πόλεμο, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία χρησιμοποιήθηκαν όπλα μαζικής καταστροφής, τα δηλητηριώδη αέρια, από το γερμανικό στρατό.

Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ στηρίζεται στην απολύτως μεταφυσική έννοια της Ιδέας, που ταυτίζει με την αλήθεια και καταλύει ουσιαστικά κάθε αντίθεση, παρά την περιβόητη διαλεκτική του. Έτσι, η πραγματικότητα που δεν αντιστοιχεί στην έννοια, δεν είναι παρά φαινόμενο, δεν έχει αξία, είναι εκτροπή πως τακτοποίηση από το Κράτος. Η αλλοτρίωση δεν είναι παρά αντιφάσεις του γίγνεσθαι, το οποίο τερματίζεται και η ιστορία τελειώνει μέσα στην ολοκλήρωσή της.

Αυτός είναι ο προγραμματισμός, διανοητικός, πολιτικός και οικονομικός του γερμανικού κράτους. Αυτές τις αντιφάσεις και φιλοδοξίες εκμεταλλεύτηκε ο Κάιζερ Γουλιέλμος Β΄. Αυτές οι αντιφάσεις και φιλοδοξίες ενέπνευσαν τον Αδόλφο Χίτλερ. Και οι δυο τους θέλησαν να ολοκληρώσουν την ιστορία με τη γερμανοποίηση της Ευρώπης.

Σημειωτέον ότι αυτά τα κουσούρια κουβαλάει και η χεγκελιανή αριστερά, σε αντίθεση με του Άγγλους οικονομολόγους και τους Γάλλους πολιτικούς που κράτησαν τα συστήματα σκέψης ανοιχτά και συγκρότησαν, θεωρητικά και πρακτικά, τον δημοκρατικό φιλελευθερισμό.

Σήμερα, οι ιδεοληψίες του Χέγκελ, καλές (είναι ο εισηγητής -εκ του πονηρού- του κράτους πρόνοιας) και κακές (αυταρχικό -αν όχι αντιδραστικό- κράτος), ανιχνεύονται στην ιστορία της μεταπολεμικής Γερμανίας, τόσο στην Ανατολική, όσο και στη Δυτική της εκδοχή, αλλά και τώρα, εικοσιπέντε χρόνια μετά την ενοποίηση. Οι ιδεοληψίες αυτές κυριαρχούν υπό τον μανδύα ενός κεκαλυμμένου εθνικισμού που εμφανίζεται υπό τη μορφή του καθήκοντος απέναντι στο κράτος, το οποίο εκφράζει τις μύχιες βλέψεις του γερμανικού κεφαλαίου στην Ευρώπη. Η περίφημη ατάκα του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε «μας ζηλεύετε επειδή είμαστε οι καλύτεροι» που είπε απευθυνόμενος στην αγγλοσαξωνική κριτική για τους χειρισμούς της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή κρίση, είναι αποκαλυπτική του υποδόριου εθνικισμού της Γερμανίας.

Η ελληνική (και όχι μόνο) περίπτωση δυσκολεύεται να χωνευτεί μέσα στην Ιδέα της γερμανικής Ευρώπης, δυσκολεύεται να σταματήσει ως γίγνεσθαι, να τερματίσει ως ιστορία. Και δυστυχώς, όπως στον Μεγάλο Πόλεμο, η Γερμανία άργησε να καταλάβει πως είχε μπλέξει σε ένα εξαντλητικό πόλεμο φθοράς, έτσι και τώρα, δεν αντιλαμβάνεται πως με τις εμμονικές της ιδέες καλλιεργεί η ίδια τον ευρωσκεπτικισμό (που πλέον μεταλλάσσεται σε αντιγερμανισμό) και ο οποίος κάποια στιγμή θα την εξαντλήσει και θα την πνίξει.