Ζημιές – μαμούθ για τις τράπεζες από το PSI

    Μεγάλες ζημιές από το PSI θα γράψουν στα βιβλία τους οι ελληνικές τράπεζες καθώς οι έξι μεγάλες ελεγκτικές εταιρείες προκρίνουν «καθαρές λύσεις» στο χειρισμό της λογιστικής ζημιάς, ενώ την ίδια στιγμή η Βασιλεία βάζει φρένο στην μείωση των κεφαλαιακών αναγκών από τον αναβαλλόμενο φόρο.

    Από τις συνεχείς συσκέψεις, που διενεργούνται για το θέμα της λογιστικής ζημιάς, τις τελευταίες ημέρες, προκύπτει ότι οι μητρικές των PriceWaterhouseCoopers, Grant Thornton, Deloitte, KPMG, Ernst & Young καθώς και ο ΣΟΛ συγκλίνουν στην άποψη ότι οι τράπεζες πρέπει να κάνουν χρήση συντηρητικών εκτιμήσεων για την αξία των νέων ομολόγων και ως εκ τούτου να εγγράψουν υψηλές ζημιές.

    Το μήνυμα, που εκπέμπεται από τους ορκωτούς ελεγκτές είναι ότι η λογιστική ζημιά πρέπει να προσεγγίζει την οικονομική, δηλαδή, την απώλεια σε επίπεδο καθαρής παρούσας αξίας. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται σε εγγραφή ζημιάς που να κυμαίνεται μεταξύ 68% με 74% επί της αξίας των παλαιών ομολόγων.

    Κάποιοι, μάλιστα, επισημαίνουν ότι καλό θα είναι η λογιστική ζημιά να ξεπεράσει το 70% οριοθετώντας το εύρος του προεξοφλητικού επιτοκίου μεταξύ 9,5% με 11,5%. Με το παραπάνω εύρος η ζημιά σε επίπεδο καθαρής παρούσας αξίας θα διαμορφωθεί για τις τράπεζες μεταξύ 70,8% με 73,6%. Υπενθυμίζεται ότι το σύνολο σχεδόν των μεγάλων ευρωπαικών τραπεζών σχημάτισαν σωρευτική απομείωση για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα της τάξης του 74% με 75%.

    Οι ελεγκτικές εταιρείες θα επιδιώξουν να διαμορφώσουν κοινή στάση αντιμετώπισης της λογιστικής ζημιάς. Αν αυτό επιτευχθεί τότε θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι οι τράπεζες θα ακολουθήσουν την φόρμουλα, αποτυπώνοντας με ενιαίο λογιστικό τρόπο τη ζημιά από το PSI.

    Παρ΄ ότι τυπικά οι οριστικές αποφάσεις θα ληφθούν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, μετά τις 23 Μαρτίου και πριν τα τέλη του μήνα, το κλίμα, που διαμορφώνεται, μεταξύ των ελεγκτικών εταιρειών, φαίνεται να χαίρει και της διακριτικής υποστήριξης των εποπτικών αρχών.

    Χαρακτηριστικό είναι ότι σε πρόσφατη σύσκεψη στέλεχος της εποπτικής αρχής δήλωσε «απομείωση της τάξης του 60% με 63% δεν είναι αποδεκτή».

    Με την ολοκλήρωση της ανταλλαγής οι τράπεζες θα βρεθούν με νέα ελληνικά κρατικά ομόλογα διάρκειας 11 ως 30 ετών και μεσοσταθμικού επιτοκίου 3,65% που θα αντιστοιχούν στο 31,5% της αξίας των παλαιών. Ταυτόχρονα θα λάβουν και διετή ομόλογα του EFSF που θα αντιστοιχούν στο 15% της ονομαστικής αξίας των παλαιών ομολόγων.

    Για κάθε 100 ευρώ ονομαστικής αξίας παλαιού ομολόγου θα βρεθούν επομένως με νέο ομόλογο ονομαστικής αξίας 31,5 ευρώ καθώς και διετή ομόλογα EFSF που θα ισοδυναμούν περίπου με μετρητά αξίας 15 ευρώ.

    Με βαθύ discount αποτιμά η αγορά τα νέα ομόλογα

    Η μοναδική παράμετρος που παραμένει ακόμη σε «γκρίζα ζώνη» είναι το που θα αποτιμήσει η αγορά τα νέα ομόλογα. Προς το παρόν αποτιμούνται με «βαθύ» discount σε σχέση με την ονομαστική τους αξία, παρά την υψηλή οικειοθελή συμμετοχή στο πρώτο σκέλος του PSI, που αφορά σε χρέος 177,5 δισ. ευρώ, το οποίο διέπεται από ελληνικό δίκαιο.

    Την Παρασκευή, τα νέα ομόλογα λήξης από το 2023 ως το 2042 διαπραγματευόταν αρχικά σε τιμές μεταξύ 21 με 26,5 σεντς για να υποχωρήσουν αργότερα και σε χαμηλότερα επίπεδα.

    Ξένοι, δε, brokers όπως η UBS εκτιμούν την αξία των νέων τίτλων στην δευτερογενή αγορά σε εύρος μεταξύ 15 με 22 σεντς. Ειδικότερα τα λήξης 2023 αποτιμούνται από την UBS μεταξύ 20 με 22 σεντς και τα λήξης 2042 στα 15 με 17 σεντς.

    Παρά το γεγονός ότι με τις παραπάνω αποτιμήσεις η ζημιά σε επίπεδο καθαρής παρούσας αξίας ανεβαίνει στο 79% οι ορκωτοί εκτιμούν ότι τα discounts μπορούν να μειωθούν σταδιακά.

    Στο τεχνικό κομμάτι εκτιμάται ότι κατά τις πρώτες ημέρες διαπραγμάτευσης θα υπάρξει αυξημένη προσφορά από όσους επιδιώκουν να «ξεφορτωθούν» ελληνικό χρέος. Το κομβικό σημείο όμως θα είναι η Ελλάδα να επιτυγχάνει τους στόχους του νέου Μνημονίου αποκαθιστώντας σταδιακά την εμπιστοσύνη των αγορών.

    Φρένο από Βασιλεία για τον αναβαλλόμενο φόρο

    Τα άσχημα μαντάτα για τις τράπεζες δεν σταματούν στο όχι που εισέπραξαν για την αναγνώριση της αρχής της συνέχειας. Πρόβλημα προκύπτει και στο αν θα αναγνωρισθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος στα εποπτικά κεφάλαια το όφελος από το φορολογικό χειρισμό της ζημιάς.

    Η κυβέρνηση νομοθέτησε τη δυνατότητα συμψηφισμού ζημιών από την ανταλλαγή ομολόγων με μελλοντικά κέρδη σε διάρκεια αντίστοιχη αυτής των νέων τίτλων που θα λάβουν οι τράπεζες. Δηλαδή στην 20ετία. Με την παραπάνω ρύθμιση η λογιστική ζημιά για τις τράπεζες μπορεί να μειωθεί ως και 20% και η μετά φόρων ζημιά κατά 14%.

    Το πρόβλημα όμως έγκειται στο ότι η Βασιλεία ΙΙΙ επιβάλει να μην προσμετράται το φορολογικό ενεργητικό (στην προκειμένη περίπτωση το όφελος από τον αναβαλλόμενο φόρο) στα εποπτικά κεφάλαια.

    Επομένως, η διάταξη δεν θα μειώσει τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών. Υπουργείο Οικονομικών, Τράπεζα της Ελλάδος, Τρόικα και τράπεζες αναζητούν κατάλληλη φορολογική φόρμουλα ώστε να προσμετρηθεί τελικώς μέρος του φορολογικού οφέλους σε συνδυασμό με τα ίδια κεφάλαια κάθε τράπεζας.

    Ζημιές μεταξύ 33 με 36 δισ. ευρώ για τις τράπεζες

    Οι καθαρές λύσεις, που προκρίνονται, ως προς το λογιστικό και φορολογικό χειρισμό της ζημιάς, από την ανταλλαγή, θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερες ζημιές και επομένως στην ανάγκη υψηλότερων κεφαλαίων για την ανακεφαλαιοποίηση.

    Οι ελληνικές τράπεζες συμμετείχαν στο PSI με ελληνικά κρατικά ομόλογα 43 δισ. ευρώ και ομολογιακά δάνεια σε ΟΣΕ, ΟΑΣΑ, ΕΑΣ, 6,5 δισ. ευρώ. Η οικονομική ζημιά από την σωρευτική απομείωση θα ανέλθει επομένως μεταξύ 33,6 δισ. ευρώ με 36,6 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 68% με 74% της καθαρής παρούσας αξίας. Οι τράπεζες έχουν ήδη σχηματίσει προβλέψεις της τάξης των 5 δισ. ευρώ και έτσι ο πραγματικός λογαριασμός μειώνεται αντίστοιχα.

    Αφού αποφασισθεί η λογιστική ζημιά και αποσαφηνισθεί ο φορολογικός χειρισμός της η Τ.τ.Ε θα υπολογίσει τα κεφάλαια που χρειάζεται η κάθε τράπεζα ώστε το Core Tier I να ανέλθει σε τουλάχιστον 9%, αφού συνυπολογίσει τα επιχειρησιακά σχέδια που θα καταθέσουν οι διοικήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων.

    Σημειώνεται ότι ενδέχεται να υπάρξουν περιπτώσεις που η ζημιά να είναι αρκετά μεγάλη, ώστε ότι δεν συντρέχουν προϋποθέσεις βιώσιμης επένδυσης από πλευράς Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ενώ δεν έχει διευκρινισθεί ακόμη αν οι κρατικές τράπεζες ανακεφαλαιοποιηθούν από το Τ.Χ.Σ με τον τρόπο αντίστοιχο των ιδιωτικών.

    Εφόσον μια τράπεζα θεωρηθεί ως μη βιώσιμη από την Τ.τ.Ε τότε θα ενεργοποιηθεί ο νόμος περί Bad Bank και θα σπάσει σε υγιή και προβληματικά στοιχεία ενεργητικού. Η νέα καλή τράπεζα θα ανακεφαλαιοποιηθεί από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ενώ η παλαιά «κακή» τράπεζα θα τεθεί σε εκκαθάριση.