Κυψέλη: Δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση στο ζευγάρι για τον θάνατο του βρέφους

    Στην άσκηση ποινικής δίωξης για την υπόθεση του θανάτου του βρέφους που βρέθηκε μέσα σε βαλίτσα σε διαμέρισμα στην Κυψέλη προχώρησε η Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, στρέφοντας τις κατηγορίες σε βάρος του 43χρονου Έλληνα και της 38χρονης Γερμανίδας συντρόφου του.

    Ειδικότερα, σε βάρος του ζευγαριού ασκήθηκε ποινική δίωξη για ανθρωποκτονία από πρόθεση σε βάρος μέλους οικογένειας, κατά συναυτουργία, καθώς και για οπλοφορία, οπλοχρησία, παράνομη κατοχή πυρομαχικών κατά συναυτουργία και ψευδή κατάθεση κατ’ εξακολούθηση.

    Παράλληλα, ποινική δίωξη ασκήθηκε και σε βάρος του 26χρονου Αφγανού, ο οποίος φέρεται να είχε σχέση με τη 15χρονη κόρη του ζευγαριού και είχε εντοπιστεί στο σπίτι της οδού Θάσου. Σε βάρος του ασκήθηκε δίωξη για γενετήσιες πράξεις με πρόσωπο που δεν είχε συμπληρώσει τα 12 έτη, καθώς και για γενετήσιες πράξεις με πρόσωπο αφού είχε συμπληρώσει το 12ο έτος της ηλικίας του. Ο ίδιος κατηγορείται επιπλέον για ψευδή κατάθεση και παράνομη κατοχή πυρομαχικών.

    Μετά την άσκηση των ποινικών διώξεων, η δικογραφία διαβιβάζεται σε ανακριτή και πλέον αναμένεται η έκδοση ενταλμάτων σύλληψης και για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

    Υπενθυμίζεται ότι οι τρεις κατηγορούμενοι απολογούνται από το πρωί ενώπιον της ανακρίτριας για κατηγορίες που αφορούν τη διακίνηση ναρκωτικών, καθώς και τη μη δήλωση νεκρού.

     

    ΠΑΣΟΚ:Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας είναι να προλαμβάνει τις αποτυχίες του συστήματος

    «Όταν το κράτος γνωρίζει τον κίνδυνο αλλά το παιδί παραμένει απροστάτευτο, η πολιτική ευθύνη είναι δεδομένη», υπογραμμίζουν σε ανακοίνωση τους για την υπόθεση παιδικής κακοποίησης στην Κυψέλη ο Τομέας Πρόνοιας, Κοινωνικής Συνοχής και Πρόνοιας του ΠΑΣΟΚ και η υπεύθυνη Κ.Τ.Ε. Οικογένειας και Κοινωνικής Συνοχής του κόμματος Κατερίνας Καζάνη.

    Σημειώνει ότι η υπόθεση της Κυψέλης επαναφέρει το ερώτημα «πόσο αποτελεσματικό είναι πραγματικά το σύστημα παιδικής προστασίας στην Ελλάδα», τονίζοντας πως «όταν έχουν προηγηθεί αναφορές για την κατάσταση ανηλίκων και αυτές έχουν φτάσει στις αρμόδιες αρχές, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει τι ακολούθησε». «Ποιος αξιολόγησε τον κίνδυνο; Ποιος επισκέφθηκε την οικογένεια; Ποιος μίλησε με τα παιδιά; Ποιος παρακολούθησε την εξέλιξη της υπόθεσης; Και ποιος είχε την τελική ευθύνη να διασφαλίσει ότι η αρχική προειδοποίηση δεν θα χαθεί μέσα στη γραφειοκρατία;», τονίζει.

    Τα αρμόδια στελέχη του ΠΑΣΟΚ υπογραμμίζουν ότι «η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντά με αρμοδιότητες», ότι «το αρμόδιο Υπουργείο οφείλει να δώσει καθαρές απαντήσεις» και πως «δεν μπορεί η πολιτική ευθύνη να διαχέεται ανάμεσα σε Δήμους, κοινωνικές υπηρεσίες, εισαγγελικές αρχές και άλλους φορείς». Στο ίδιο πλαίσιο αναφέρουν ότι η κυβέρνηση της ΝΔ οφείλει να εξηγήσει γιατί «εξακολουθούν να εμφανίζονται σοβαρά κενά στη συνέχεια της φροντίδας, στον συντονισμό των υπηρεσιών και στην έγκαιρη παρέμβαση» και, αντιστοίχως, «η πολιτική ηγεσία του αρμόδιου Υπουργείου δεν μπορεί να περιοριστεί σε διαπιστώσεις εκ των υστέρων». «Η ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας είναι να προλαμβάνει τις αποτυχίες του συστήματος, όχι απλώς να τις σχολιάζει όταν αυτές αποκαλύπτονται», υπογραμμίζει.

    Σημειώνουν ότι «η υπόθεση της Κυψέλης δεν πρέπει να κλείσει με μια ακόμη ανακοίνωση, μια ακόμη διοικητική έρευνα ή μια ακόμη πολιτική αντιπαράθεση» και ότι «χρειάζεται πλήρης διερεύνηση της διαδρομής των αναφορών, σαφής αποτύπωση των ενεργειών κάθε εμπλεκόμενου φορέα και δημόσια απάντηση για τα σημεία στα οποία η αλυσίδα προστασίας λειτούργησε ή απέτυχε». Τονίζει ότι «εάν αποδειχθεί ότι υπήρξαν παραλείψεις, αυτές πρέπει να έχουν συνέπειες».

    Το ΠΑΣΟΚ επαναλαμβάνει τις προτάσεις του για:

    • κοινωνικούς λειτουργούς και ψυχολόγους σε κάθε σχολική μονάδα, ώστε το σχολείο να αποτελεί χώρο έγκαιρου εντοπισμού και προστασίας,
    • δημόσια διεπιστημονικά κέντρα παιδικής προστασίας,
    • ενίσχυση των Εισαγγελιών Ανηλίκων με κοινωνικές υπηρεσίες,
    • ειδικά τμήματα παιδικής προστασίας στους ΟΤΑ,
    • συμβουλευτικούς σταθμούς παιδιού, εφήβου και οικογένειας,
    • ενιαίο πρωτόκολλο διαχείρισης περιστατικών κακοποίησης,
    • ουσιαστική διασύνδεση όλων των εμπλεκόμενων υπηρεσιών και συνεχή παρακολούθηση των υποθέσεων υψηλού κινδύνου.