Νίκος Κοτζιάς: Διαδικασίες ανάπτυξης

Το μνημόνιο δεν προέβλεπε ανάπτυξη. Προωθούσε συνειδητά μια πολιτική ύφεσης, μέσω της υποτίμησης μισθών, συντάξεων, της μικρής και μεσαίας ιδιοκτησίας.Ηταν και είναι ένα πρόγραμμα φτώχειας και άνισης κατανομής πλούτου. Η πίεση των πραγμάτων, ασφαλώς, θα αναγκάσει τις μνημονιακές δυνάμεις να στραφούν στην κατεύθυνση της ανάπτυξης. Στο προηγούμενο άρθρο μου από τη φιλόξενη στήλη της «Αξίας» έδειξα ότι τα κριτήρια μιας ανάπτυξης προς όφελος των πολλών διαφέρουν ουσιαστικά με τα κριτήρια ανάπτυξης που εισάγει, έστω και στα λόγια, η τρόικα. Στο παρόν κείμενο θα αναφερθώ σε ορισμένα κομβικά ζητήματα ως προς τις διαδικασίες ανάπτυξης και το είδος ανάπτυξης που μπορεί να πραγματώσει η Ελλάδα.

 

Για μια σύγχρονη δημοκρατική ανάπτυξη

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης είναι αδύνατο σ’ ένα εθνικό κράτος να ακολουθήσει μια πολιτική αυτάρκειας. Ακόμα και το μεγαλύτερο κράτος του κόσμου, όπως είναι από οικονομικής σκοπιάς οι ΗΠΑ, από πληθυσμιακής η Κίνα και από γεωγραφικής η Ρωσία, δεν μπορεί να παράγει αποτελεσματικά το σύνολο των ιδίων αναγκών. Κατά προέκταση δεν υπάρχει κανένα κράτος που να μπορεί να αποσύρει εαυτόν από το παγκόσμιο οικονομικό γίγνεσθαι και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Εκείνο που οφείλει να κάνει κάθε κράτος είναι να εξασφαλίσει την υψηλότερη και πλέον καλοπληρωμένη στις παγκόσμιες αγορές ειδίκευση. Στη σημερινή εποχή μια τέτοια ειδίκευση έχει τρία χαρακτηριστικά:

(α) Εργασία υψηλής έντασης. Εργασία, δηλαδή, που είναι φορέας νέων γνώσεων, νέας τεχνολογίας και καινούριων συστημάτων οργάνωσης της εργασίας. Αυτό αφορά όλους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Από την αγροτική οικονομία μέχρι τα κοινωνικά δίκτυα. Αντίθετα, η ειδίκευση που επιβάλλει η τρόικα διαμέσου της υποτίμησης κινείται στην ακριβώς αντίστροφη της ζητούμενης.

(β) Μεγάλες επενδύσεις σε νέο εξοπλισμό και ενισχυμένες υποδομές, ιδιαίτερα διαδικτυακής μορφής.Δυστυχώς, οι επενδύσεις σε εξοπλισμούς και υποδομές έχουν ουσιαστικά σταματήσει, αλλά και εκείνες που γινόντουσαν τα τελευταία 15 χρόνια αφορούσαν αποκλειστικά υποδομές παλιού τύπου, δηλαδή της εποχής της εκβιομηχάνισης. Πρόκειται για υποδομές εξυπηρέτησης των απαιτήσεων των μεγαλοεργολάβων.

(γ) Ενίσχυση της εκπαίδευσης και της έρευνας. Αντίθετα, η πολιτική των μνημονίων πετσοκόβει τις επενδύσεις σε αυτούς τους τομείς, που είναι προϋπόθεση για την επιτυχία των δύο προηγούμενων στόχων.

Μια οικονομική πολιτική που θα προωθεί τους πιο πάνω άξονες αποτελεί σαφή επιλογή υπέρ των ποιοτικών επενδύσεων σε τομείς υψηλής τεχνολογίας. Τομείς που αποφέρουν υψηλά εισοδήματα, πριν απ’ όλα υψηλούς μισθούς και συντάξεις. Επίσης, είναι μια ανάπτυξη που εξυπηρετείται και είναι δυνατό να επιτευχθεί στον βαθμό που οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις είναι δημοκρατικές και αξιοποιούνται τα ταλέντα και ο δυναμισμός όλων των παραγωγών. Αντίθετα, η ακολουθούμενη σήμερα πολιτική καταστρέφει ουσιαστικά όχι μόνο τη σημερινή οικονομία, αλλά και κάθε προοπτική για μια δημιουργική ανάπτυξη όπως την προτείνω στο παρόν κείμενο.

 

Β) Συμπληρωματική ή όχι οικονομία

Μια εθνική οικονομία θα πρέπει να γνωρίζει ότι δεν μπορεί να αναπτύξει όλων των ειδών τις δραστηριότητες. Οφείλει να αποκτήσει όσο το δυνατόν υψηλότερη ειδίκευση εκεί που έχει πλεονεκτήματα. Με αυτό τον τρόπο διασφαλίζει, ανάμεσα στα άλλα, ότι οι όροι ανταλλαγής με τρίτους είναι οι καλύτεροι δυνατοί. Μιλώ για μια ειδίκευση που θα επεκτείνεται σε όλους εκείνους τους κλάδους που είναι ικανή να αναπτύξει η χώρα μας με επιτυχία και δεν θα διακινδυνεύει να σπαταλά τον εαυτό της σε πολιτικές δήθεν αυτάρκειας. Ταυτόχρονα, όμως, και αυτό είναι πολύ σημαντικό, δεν θα υποτάσσει τον εαυτό της σε έναν ρόλο συμπληρωματικότητας προς άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, όπως δείχνει να είναι η επιλογή της τρόικας. Διότι σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα δεν θα αναπτύξει όλες τις δυνατότητές της, αλλά μόνο εκείνες που είναι αναγκαίες σύμφωνα με τη γνώμη τρίτων και με κριτήριο τη δική τους εθνική οικονομία.

Η μετατροπή της ελληνικής οικονομίας σε συμπλήρωμα μιας τρίτης οικονομίας σημαίνει ότι η χώρα δεν θα παράγει όσα αγαθά είναι σε θέση να παράγει με επιτυχία και αποτελεσματικότητα, αλλά μόνο εκείνα που είναι αναγκαία από την άλλη οικονομία, επί παραδείγματι τη γερμανική. Σε μια τέτοια περίπτωση η Ελλάδα θα αναπτύσσει μόνο συμπληρωματικές λειτουργίες και θα υποκύπτει σε ένα καθεστώς άνισων ανταλλαγών. Πρόκειται, δηλαδή, για μια «ευνουχισμένη» και εκ των προτέρων περιορισμένη και σημαδεμένη ανάπτυξη, που δεν συμπεριλαμβάνει όλη τη χώρα και όλο τον πληθυσμό που δύναται να εργαστεί. Είναι μια περιορισμένη ανάπτυξη που θα αφήσει πολλές περιοχές της χώρας και πληθυσμιακές ομάδες εκ των προτέρων στη φτώχεια, ήδη από τον σχεδιασμό της, ενώ δεν διαθέτει μια δική της δυναμική. Δεν συμμετέχει η ίδια στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, αλλά είναι υποταγμένη στις αναγκαιότητες μιας τρίτης οικονομίας και σε σχέση ανισότητας μαζί της.

Προκειμένου να μη συμβεί κάτι τέτοιο, είναι αναγκαίο η χώρα να διαθέτει έναν στοιχειώδη σχεδιασμό της κάλλιστης αξιοποίησης των ικανοτήτων και δυνατοτήτων της, τις οποίες έχω χαρακτηρίσει σε σειρά βιβλίων μου ως «χωρητικότητες». Αποτελεί ιστορική υπηρεσία του ΚΚΕ στη χώρα το αντιπάλεμα που έκανε απέναντι στον ραγιαδισμό στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, έναντι της θεωρίας της ψωροκώσταινας. Της θεωρίας, δηλαδή, που παπαγάλιζε το στερεότυπο ότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να αναπτυχθεί δυναμικά. Σε εκείνα τα πλαίσια, το βιβλίο του Μπάτση για τη βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα αποτελεί έναν ιστορικό ογκόλιθο. Από την άλλη πλευρά, η έλευση του Α.Παπανδρέου στην Ελλάδα μετά από πρόσκληση του Κ. Καραμανλή και η δημιουργία του ΚΕΠΠΕ στα τέλη της δεκαετίας του ’50 οδήγησαν στην εκπόνηση δεκάδων μελετών για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτές στηρίχτηκε μια ολόκληρη γενιά αναπτυξιακών εργαλείων, όπως ήταν οι ζώνες επενδύσεων, αλλά και οι ζώνες και κλάδοι φορολόγησης που εφαρμόστηκαν προχουντικά. Δυστυχώς, σήμερα, ούτε η Αριστερά παράγει πια τέτοιου είδους σημαντικές μελέτες, αλλά ούτε και οι κυρίαρχες ελίτ. Αντίθετα, με το μόνο που απασχολούνται οι τελευταίες είναι το πώς θα περάσουν, μέσω των μνημονίων, μια πολιτική άγριας λιτότητας. Μιας λιτότητας που οδηγεί την ελληνική οικονομία σε καταστροφικά αδιέξοδα.

 

Ειδίκευση σε δύο «λωρίδες»

Οπως είναι σήμερα η κατάσταση, η ελληνική οικονομία μπορεί να αναπτυχθεί άμεσα σε έναν δρόμο με δύο λωρίδες. Η πρώτη είναι η «λωρίδα» της ισχυροποίησης κλάδων της οικονομίας που είναι –έστω και με προβλήματα– υπαρκτοί. Αναφέρομαι εδώ, κύρια: α) στην καθετοποίηση της αγροτικής οικονομίας, την εκβιομηχάνισή της και την παραγωγή τελικού τυποποιημένου προϊόντος έτοιμου να πουληθεί στην παγκόσμια αγορά, β) στην καθετοποίηση της παραγωγής νέων υλικών μέσα από τον ορυκτό πλούτο της χώρας – δεν αρκεί, πλέον, να εξάγονται παραδοσιακά μέταλλα, αλλά χρειάζεται η παραγωγή νέων μειγμάτων από τον ίδιο τον ορυκτό πλούτο της χώρας, και γ) στην παραγωγή, από το επιστημονικό προσωπικό που διαθέτουμε, νέων τεχνολογιών και ειδικευμένων εφαρμογών οργάνωσης. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να στηριχθούν οι τρεις ατμομηχανές της ελληνικής οικονομίας: η οικοδομή (που σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στα προηγούμενα), ο τουρισμός και η ναυτιλία.

Η πιο πάνω κλαδική πολιτική θα πρέπει να συνδυαστεί με μια περιφερειακή ειδίκευση που θα αποτελέσει τη «δεύτερη λωρίδα» ανάπτυξης. Αυτό σημαίνει την άμεση διασύνδεση παραγωγής, έρευνας, εκπαίδευσης. Την ειδίκευση κατά περιοχές με τρόπο που να διασυνδέει τα εκεί υπάρχοντα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα με τις παραγωγικές δυνατότητες κάθε περιοχής. Την ειδίκευση των υποδομών σε αναφορά με κριτήριο τη συγκεκριμένη κάθε φορά περιφερειακή διασύνδεση.

Ο ρόλος του δημόσιου τομέα σε μια τέτοια ειδικευμένη ανάπτυξη υψηλής ποιότητας κατά κλάδους και περιοχές είναι αναντικατάστατος και καιρός είναι να το καταλάβουν οι δογματικοί των νεοφιλελεύθερων συνταγών. Να καταλάβουν, δηλαδή, ότι οι αγορές δεν μπορούν να σχεδιάσουν μια τέτοια μεγάλη αλλαγή πορείας της χώρας, ούτε να την καθιερώσουν τάχα αυθόρμητα. Οτι εκείνο που έχει ανάγκη η χώρα είναι η αλλαγή πορείας και προσωπικού που θα διασφαλίσει αυτή τη διττή ανάπτυξη.

Η εποχή απαιτεί οι πολιτικοί στόχοι να υπηρετούν την αλλαγή στη χώρα και όχι μόνο τη διασφάλιση της εκλογής του ενός ή του άλλου προσώπου ή την ενίσχυση κάποιου κόμματος, όσο χρήσιμο κι αν είναι αυτό. Σε αυτή την εποχή η αυτονομία και ο ρόλος εκείνου που οι Αγγλοσάξονες ονόμασαν «δημόσιο διανοούμενο» και οι Γερμανοί «κριτικό διανοούμενο» είναι επιτακτικό καθήκον.

Τώρα που θα δημοσιοποιηθούν τα ψηφοδέλτια, μου οφείλουν μια συγγνώμη οι άθλιοι των εφημερίδων που από πέρσι έγραφαν ότι θα είμαι υποψήφιος της Ν.Δ., ή κάποιου αριστερού ψηφοδελτίου ή, ακόμα, και νέων σχηματισμών. Οι οποίοι κακόβουλα επέμεναν στην παραπληροφόρηση, παρά τις συνεχείς προσωπικές μου διαψεύσεις.

axiaplus.gr