Σε πλήρη ανασχεδιασμό περνά το πρόγραμμα «Ανακαινίζω – Νοικιάζω», με την κυβέρνηση να επιχειρεί μια μεγάλη παρέμβαση στην αγορά κατοικίας, ενεργοποιώντας χιλιάδες κλειστά διαμερίσματα και δίνοντας ισχυρά οικονομικά κίνητρα στους ιδιοκτήτες ακινήτων.
Το νέο πλαίσιο, το οποίο σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της Υπουργού Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας Δόμνας Μιχαηλίδου αναμένεται να ανοίξει στα τέλη Μαΐου με αρχές Ιουνίου, προβλέπει θεαματική αύξηση της κρατικής επιδότησης, καθώς η ενίσχυση μπορεί να καλύψει ακόμη και το 95% του συνολικού κόστους ανακαίνισης.
Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά το ύψος της επιλέξιμης δαπάνης. Ενώ στον προηγούμενο κύκλο το ανώτατο όριο βρισκόταν περίπου στις 10.000 ευρώ, πλέον η επιδότηση μπορεί να φτάσει έως και τις 36.000 ευρώ ανά ακίνητο, δίνοντας τη δυνατότητα για ολοκληρωμένες παρεμβάσεις και όχι μόνο για περιορισμένες επισκευές.
Το βασικό ποσοστό ενίσχυσης ξεκινά από το 75%, ενώ για συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες το ποσοστό αυξάνεται σημαντικά. Στους βασικούς ωφελούμενους περιλαμβάνονται νέα ζευγάρια ηλικίας 25 έως 35 ετών, τρίτεκνες και πολύτεκνες οικογένειες, μονογονεϊκά νοικοκυριά, άτομα με αναπηρία και ιδιοκτήτες ακινήτων σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Παράλληλα, προβλέπεται πρόσθετη προσαύξηση ύψους 5.000 ευρώ για κάθε παιδί, ενισχύοντας και τη δημογραφική διάσταση του μέτρου.
Το πρόγραμμα αφορά κατοικίες έως 120 τετραγωνικά μέτρα, ενώ τα εισοδηματικά κριτήρια αναμένεται να κινηθούν κοντά στα πρότυπα του «Σπίτι μου 2», διευρύνοντας αισθητά τη δεξαμενή των δυνητικών δικαιούχων.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το νέο «Ανακαινίζω – Νοικιάζω» χωρίζεται ουσιαστικά σε δύο διαφορετικές φάσεις. Η πρώτη αφορά τα κλειστά και αναξιοποίητα ακίνητα, με τον ιδιοκτήτη να υποχρεούται να διαθέσει το σπίτι προς ενοικίαση για τουλάχιστον πέντε χρόνια και να διατηρήσει «παγωμένο» το ενοίκιο για τρία χρόνια. Στόχος είναι να αυξηθεί άμεσα η προσφορά κατοικιών στη μακροχρόνια μίσθωση, σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής πίεσης.
Η δεύτερη φάση αφορά ήδη κατοικούμενα ή μισθωμένα ακίνητα που χρειάζονται ουσιαστική αναβάθμιση, προσδίδοντας στο πρόγραμμα πιο έντονο κοινωνικό χαρακτήρα, καθώς απευθύνεται κυρίως σε ευάλωτα νοικοκυριά που δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν μεγάλες επισκευές.
Σε αντίθεση με το «Εξοικονομώ», το οποίο επικεντρώνεται κυρίως στην ενεργειακή αναβάθμιση, το νέο πρόγραμμα δίνει μεγαλύτερη ευελιξία στους ιδιοκτήτες. Μόλις το 20% του συνολικού προϋπολογισμού θα πρέπει υποχρεωτικά να αφορά ενεργειακές παρεμβάσεις, ενώ το υπόλοιπο 80% θα μπορεί να αξιοποιηθεί για γενικές εργασίες ανακαίνισης.
Οι επιλέξιμες παρεμβάσεις περιλαμβάνουν θερμομόνωση, αντικατάσταση κουφωμάτων, αντλίες θερμότητας και ηλιακούς θερμοσίφωνες, αλλά και πλήρη ανακαίνιση κουζίνας και μπάνιου, αλλαγές δαπέδων, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εργασίες, χρωματισμούς και επισκευές φθορών. Το ανώτατο κόστος παρεμβάσεων υπολογίζεται στα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο.
Η κυβερνητική στρατηγική πίσω από το πρόγραμμα συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια αποκλιμάκωσης της στεγαστικής κρίσης, καθώς χιλιάδες κατοικίες παραμένουν εκτός αγοράς είτε λόγω υψηλού κόστους ανακαίνισης είτε λόγω φόβου κακοπληρωτών, ενώ η εξάπλωση των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχει περιορίσει ακόμη περισσότερο τη διαθεσιμότητα ακινήτων.
Παράλληλα, το νέο μοντέλο αναμένεται να δώσει σημαντική ώθηση και στην αγορά ανακαινίσεων, ενεργοποιώντας μηχανικούς, τεχνικά συνεργεία, μικρές κατασκευαστικές επιχειρήσεις και τον κλάδο οικοδομικών υλικών, σε μια περίοδο όπου η οικοδομική δραστηριότητα παραμένει σε ανοδική τροχιά.
Η ηλεκτρονική πλατφόρμα του νέου προγράμματος αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία στα τέλη Μαΐου ή στις αρχές Ιουνίου, χωρίς ωστόσο να έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί τα τελικά εισοδηματικά όρια, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά και η διαδικασία υποβολής αιτήσεων.




