Σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο λειτουργίας των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου στο ελληνικό Δημόσιο εγείρει η νέα έκθεση του Ελεγκτικό Συνέδριο, η οποία αποκαλύπτει ότι το κράτος δαπάνησε σχεδόν 9 εκατ. ευρώ για να αναθέσει σε εξωτερικούς συνεργάτες την αξιολόγηση των ίδιων των συστημάτων λογοδοσίας του, με το μεγαλύτερο μέρος των συμβάσεων να πραγματοποιείται μέσω απευθείας αναθέσεων.
Συγκεκριμένα, από το συνολικό ποσό των 8,9 εκατ. ευρώ, τα 7,6 εκατ. ευρώ κατευθύνθηκαν μέσω απευθείας αναθέσεων, ενώ ο έλεγχος κάλυψε συνολικά 666 δημόσιους φορείς. Από αυτούς, οι 385 ανέθεσαν σχετικές συμβάσεις σε 99 εξωτερικούς αναδόχους, με το 65,5% τόσο της αξίας όσο και του αριθμού των συμβάσεων να καταλήγει σε μόλις οκτώ μεγάλους αναδόχους με πανελλαδική δραστηριότητα.
Το πλέον εντυπωσιακό – και ταυτόχρονα ανησυχητικό – εύρημα της έκθεσης αφορά το περιεχόμενο των αξιολογήσεων. Σε 152 εκθέσεις εξωτερικών αξιολογητών δεν καταγράφηκε ούτε μία αρνητική γνώμη για την επάρκεια των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου των φορέων που εξετάστηκαν.
Η εικόνα αυτή, ωστόσο, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα ίδια τα ευρήματα του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τη λειτουργία του Δημοσίου. Σύμφωνα με την έκθεση, μόλις το 19% των δημόσιων φορέων διαθέτει λειτουργικά ώριμο σύστημα εσωτερικού ελέγχου, δηλαδή μηχανισμούς με επαρκή χαρτογράφηση διαδικασιών, καταγεγραμμένους κινδύνους, ενεργές δικλίδες ασφαλείας και στελεχωμένες μονάδες εσωτερικού ελέγχου.
Με απλά λόγια, τέσσερις στους πέντε φορείς του ελληνικού Δημοσίου εξακολουθούν να λειτουργούν χωρίς ολοκληρωμένο μηχανισμό ελέγχου, αφήνοντας κρίσιμες λειτουργίες εκτεθειμένες σε κινδύνους κακοδιαχείρισης, επιχειρησιακών αστοχιών και δημοσιονομικών προβλημάτων.
Η έκθεση αποτυπώνει ακόμη σημαντικές αδυναμίες στη βασική οργανωτική λειτουργία των φορέων. Σχεδόν επτά στους δέκα οργανισμούς έχουν καταγράψει λιγότερες από τις μισές κρίσιμες λειτουργικές διαδικασίες τους, ενώ λιγότερο από το 10% έχει ολοκληρώσει πλήρη χαρτογράφηση διαδικασιών.
Σε αρκετές περιπτώσεις, φορείς που εμφανίζονται να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις αδυνατούν να επιβεβαιώσουν αν οι διαδικασίες που έχουν αποτυπωθεί εφαρμόζονται στην πράξη. Το Ελεγκτικό Συνέδριο εντόπισε ακόμη και περιπτώσεις αντιγραφής διαδικασιών ή χρήσης γενικών προτύπων από άλλους οργανισμούς, χωρίς προσαρμογή στις πραγματικές ανάγκες κάθε φορέα.
Αντίστοιχα προβλήματα εντοπίζονται και στις Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου. Παρά τη θεσμική πρόοδο των τελευταίων ετών, περίπου ένας στους τρεις φορείς που δημιούργησαν τέτοιες μονάδες δεν τις στελέχωσαν ποτέ, ενώ ακόμη και όπου υπάρχει προσωπικό, οι συνεχείς μετακινήσεις υπαλλήλων υπονομεύουν τη συνέχεια και την ανεξαρτησία του ελέγχου.
Ταυτόχρονα, πολλές μονάδες δεν ενσωματώνουν αξιολόγηση κινδύνων στον σχεδιασμό τους και παραλείπουν να ελέγξουν κρίσιμα πεδία, όπως η εκτέλεση προϋπολογισμών ή η αξιοπιστία οικονομικών αναφορών.
Πρόσθετα ερωτήματα εγείρονται και για τον τρόπο ανάθεσης των συμβάσεων στους εξωτερικούς συνεργάτες. Σύμφωνα με την έκθεση, οι πέντε μεγαλύτεροι ανάδοχοι φαίνεται να εξειδικεύονται κυρίως σε έργα δήμων, ενώ ορισμένοι δραστηριοποιούνται παράλληλα και στον χώρο των νοσοκομείων.
Μάλιστα, ο έλεγχος ανέδειξε 23 περιπτώσεις φορέων που ανέθεσαν συμβάσεις σε εξωτερικούς αναδόχους για τους οποίους προκύπτουν ενδείξεις σύγκρουσης συμφερόντων ή κωλύματα διορισμού.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διαφοροποίηση στις αξιολογήσεις μεταξύ εξωτερικών συνεργατών και εσωτερικών μονάδων ελέγχου. Οι εξωτερικοί ανάδοχοι εμφανίζονται να διατυπώνουν πολύ υψηλότερα ποσοστά θετικής γνώμης ακόμη και σε φορείς όπου δεν υπάρχει καταγεγραμμένο Σύστημα Εσωτερικού Ελέγχου.
Αντιθέτως, στους φορείς όπου λειτουργούν Μονάδες Εσωτερικού Ελέγχου, το ποσοστό θετικών γνωμών είναι αισθητά χαμηλότερο, ενώ καταγράφονται και αρνητικές αξιολογήσεις. Παράλληλα, οι εξωτερικοί ανάδοχοι εκδίδουν «γνώμη με επιφύλαξη» σε ποσοστό 26,5%, σημαντικά υψηλότερο από τις αντίστοιχες περιπτώσεις των εσωτερικών μονάδων.
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αναδεικνύει έτσι όχι μόνο τα διαχρονικά προβλήματα οργάνωσης και λογοδοσίας στο Δημόσιο, αλλά και τα σοβαρά ερωτήματα που προκύπτουν για την αξιοπιστία των ίδιων των εξωτερικών αξιολογήσεων, σε μια περίοδο όπου η διαφάνεια και ο αποτελεσματικός έλεγχος των δημόσιων πόρων βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης.



