Νέα αύξηση καταγράφουν τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία, τα οποία στο τέλος Απριλίου 2026 ανήλθαν στα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 3,77 δισ. ευρώ σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάζει το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Ταυτόχρονα, περισσότεροι από 4,2 εκατομμύρια φορολογούμενοι, φυσικά και νομικά πρόσωπα, εμφανίζονται να έχουν οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων χρεών εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τα δημόσια οικονομικά.
Ο αριθμός των οφειλετών αυξήθηκε κατά 9.460 πρόσωπα σε σύγκριση με τον Απρίλιο του 2025, με τη μεγαλύτερη μεταβολή να καταγράφεται στις πολύ μικρές οφειλές έως 50 ευρώ, όπου προστέθηκαν 76.938 νέοι οφειλέτες. Ωστόσο, σε μηνιαία βάση σημειώθηκε σημαντική αποκλιμάκωση, καθώς τον Απρίλιο ο αριθμός των οφειλετών μειώθηκε κατά 545.788 πρόσωπα σε σχέση με τον Μάρτιο, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στην εξομάλυνση της εικόνας μετά την πληρωμή της πρώτης δόσης του ΕΝΦΙΑ. Η μηνιαία αυτή μείωση ήταν μάλιστα αισθητά μεγαλύτερη από την αντίστοιχη που είχε καταγραφεί την προηγούμενη χρονιά.
Από το συνολικό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών, 35,53 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου το 31%, έχουν ήδη χαρακτηριστεί ως ανεπίδεκτα είσπραξης. Το ποσό αυτό αναμένεται να αυξηθεί περαιτέρω και να προσεγγίσει τα 42 δισ. ευρώ, καθώς η ΑΑΔΕ έχει ήδη αποφανθεί ότι επιπλέον 7 δισ. ευρώ θα πρέπει να μεταφερθούν στην ίδια κατηγορία, περιορίζοντας ακόμη περισσότερο το πραγματικά εισπράξιμο χαρτοφυλάκιο οφειλών.
Το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο, δηλαδή το θεωρητικά εισπράξιμο ποσό, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως προς τη σύνθεσή του. Σύμφωνα με την ανάλυση του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους, το 66,26%, ή περίπου 52,37 δισ. ευρώ, αφορά καθαρά φορολογικές οφειλές. Τα πρόστιμα, φορολογικά και μη, αντιστοιχούν σε 17,45 δισ. ευρώ, καλύπτοντας το 22,09% του πραγματικού υπολοίπου, ενώ οι λοιπές μη φορολογικές υποχρεώσεις, όπως δάνεια, δικαστικά έξοδα και καταλογισμοί, διαμορφώνονται στα 9,20 δισ. ευρώ, ποσοστό 11,65%.
Η έκθεση αναδεικνύει παράλληλα ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο για την αποτελεσματικότητα των εισπράξεων. Από τις συνολικές φορολογικές οφειλές, 8,15 δισ. ευρώ αφορούν αφερέγγυους οφειλέτες, ενώ άλλα 17,28 δισ. ευρώ προέρχονται από ιδιαίτερα παλαιές οφειλές, με λήξη άνω της δεκαετίας. Έτσι, απομένουν μόλις 26,95 δισ. ευρώ, από τα οποία προέρχεται το εντυπωσιακό 92,4% των συνολικών εισπράξεων, γεγονός που σημαίνει ότι σχεδόν το σύνολο των φορολογικών εσόδων εισπράττεται από περίπου το ένα τρίτο του πραγματικού ληξιπρόθεσμου χαρτοφυλακίου.
Η διάρθρωση των φορολογικών οφειλών δείχνει ότι ο ΦΠΑ εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή ληξιπρόθεσμων χρεών, καθώς οι σχετικές οφειλές φθάνουν τα 24,74 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 47,23% των φορολογικών υποχρεώσεων. Ακολουθούν οι οφειλές από φόρο εισοδήματος, με ποσοστό 42,17%, ενώ οι φόροι στην περιουσία αντιστοιχούν μόλις στο 5,33%, με συνολικές οφειλές 2,79 δισ. ευρώ.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η κατανομή των οφειλών ανά ύψος χρέους. Η συντριπτική πλειονότητα των ληξιπρόθεσμων ποσών συγκεντρώνεται σε σχετικά μικρό αριθμό μεγάλων οφειλετών. Συγκεκριμένα, το 96,57% του συνολικού χρέους προέρχεται από οφειλές άνω των 10.000 ευρώ, ενώ μόνο η κατηγορία με χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνει το 75,53% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, παρότι αφορά μόλις το 0,24% των οφειλετών.
Αντίθετα, περίπου το 90,4% των οφειλετών έχει οφειλές έως 10.000 ευρώ, όμως οι συγκεκριμένες υποχρεώσεις αντιστοιχούν μόλις στο 3,43% του συνολικού χρέους, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών παραμένει έντονα συγκεντρωμένο στους μεγάλους οφειλέτες.
Η εικόνα διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ φυσικών και νομικών προσώπων. Τα φυσικά πρόσωπα εμφανίζουν συνολικές οφειλές 43,53 δισ. ευρώ, ποσοστό 38% του συνόλου, ενώ τα νομικά πρόσωπα συγκεντρώνουν 71,04 δισ. ευρώ, δηλαδή το 62% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου.
Στις μικρές κατηγορίες οφειλών κυριαρχούν τα φυσικά πρόσωπα. Ειδικότερα, το 98,67% των οφειλών κάτω των 50 ευρώ και το 88,31% των οφειλών έως 10.000 ευρώ προέρχεται από ιδιώτες. Αντίστοιχα, 3.502.552 φυσικά πρόσωπα εμφανίζονται να έχουν οφειλές κάτω των 10.000 ευρώ, αποτελώντας το 91,12% των οφειλετών αυτής της κατηγορίας.
Στις πολύ υψηλές οφειλές, αντίθετα, κυριαρχούν τα νομικά πρόσωπα. Στην κατηγορία άνω του 1 εκατ. ευρώ, οι επιχειρήσεις συμμετέχουν με ποσοστό 70,19% του συνολικού χρέους, το οποίο ανέρχεται σε 60,73 δισ. ευρώ, ενώ οι εταιρείες που εμφανίζουν τόσο υψηλές οφειλές ανέρχονται σε περίπου 6.500, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν τα δύο τρίτα των οφειλετών αυτής της κατηγορίας.
Παρά το υψηλό ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών, ιδιαίτερα περιορισμένη παραμένει η συμμετοχή των φορολογουμένων σε προγράμματα ρύθμισης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, μόλις το 6,83% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου, δηλαδή περίπου 5,39 δισ. ευρώ, βρίσκεται σήμερα σε ενεργή ρύθμιση.
Το μεγαλύτερο ποσοστό ρυθμισμένων οφειλών καταγράφεται στα χρέη μεταξύ 10.001 και 100.000 ευρώ, όπου φθάνει το 18,65%, ενώ για ποσά μεταξύ 20.001 και 50.000 ευρώ αγγίζει το 19,82%. Στα φυσικά πρόσωπα η μεγαλύτερη συμμετοχή σε ρυθμίσεις παρατηρείται στις οφειλές από 500 έως 10.000 ευρώ, ενώ στα νομικά πρόσωπα το υψηλότερο ποσοστό αφορά οφειλές από 10.001 έως 100.000 ευρώ. Αντίθετα, εξαιρετικά χαμηλά παραμένουν τα ποσοστά ρύθμισης τόσο στις πολύ μικρές οφειλές όσο και στις πολύ μεγάλες.
Την ίδια στιγμή, το Γραφείο Προϋπολογισμού καταγράφει και την εικόνα των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του ίδιου του Δημοσίου προς τους ιδιώτες. Τον Απρίλιο του 2026 οι συνολικές οφειλές του Δημοσίου παρουσίασαν ετήσια μείωση κατά 255 εκατ. ευρώ. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις περιορίστηκαν στα 2,920 δισ. ευρώ, ενώ οι εκκρεμείς επιστροφές φόρων διαμορφώθηκαν στα 737 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, σε σύγκριση με το τέλος του 2025, η εικόνα είναι λιγότερο θετική, καθώς οι συνολικές υποχρεώσεις του Δημοσίου αυξήθηκαν κατά 358 εκατ. ευρώ, γεγονός που δείχνει ότι, παρά τη βελτίωση σε ετήσια βάση, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές εκκρεμότητες στις πληρωμές προς ιδιώτες και στις επιστροφές φόρων.
