ΕΚΤ: Οδεύει προς αύξηση επιτοκίων καθώς ο πόλεμος με το Ιράν τροφοδοτεί τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι θα προχωρήσει σε αύξηση των επιτοκίων, επιδιώκοντας να ανακόψει εγκαίρως την άνοδο του πληθωρισμού πριν η εκτίναξη του ενεργειακού κόστους που προκαλεί ο πόλεμος με το Ιράν διαχυθεί ευρύτερα στην οικονομία της Ευρωζώνης.

Η κίνηση αυτή, η οποία έχει σε μεγάλο βαθμό προεξοφληθεί από τις αγορές, έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ έχει ήδη ξεπεράσει το 3%, σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ, ενώ η οικονομική ανάπτυξη παραμένει ιδιαίτερα ασθενής. Το περιβάλλον αυτό έχει διχάσει τους οικονομολόγους ως προς το κατά πόσο απαιτείται περαιτέρω σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

Ωστόσο, οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ, ορισμένοι από τους οποίους είχαν ήδη ταχθεί υπέρ μιας αύξησης από τον Απρίλιο, αναμένεται να προχωρήσουν στην απόφαση, επιδιώκοντας να συγκρατήσουν τις πληθωριστικές προσδοκίες και να προστατεύσουν την αξιοπιστία της τράπεζας μετά την καθυστερημένη αντίδρασή της στην πληθωριστική έξαρση του 2022, μετά την πανδημία.

«Η ΕΚΤ χρειάζεται να αυξήσει τα επιτόκια για να διαφυλάξει την αξιοπιστία της και να αποτρέψει την αποσταθεροποίηση των πληθωριστικών προσδοκιών. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθεί να κινείται κοντά στο ουδέτερο επίπεδο πολιτικής και όχι σε σαφώς περιοριστική κατεύθυνση», δήλωσε η Annalisa Piazza της MFS Investment Management.

Η σημερινή αύξηση θα είναι η πρώτη εδώ και σχεδόν τρία χρόνια και αναμένεται να οδηγήσει το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ στο 2,25% από 2,00%.

Πηγές ανέφεραν στο Reuters ότι η ΕΚΤ δεν πρόκειται να δεσμευθεί αυτή την εβδομάδα για περαιτέρω αυξήσεις επιτοκίων. Ωστόσο, οι αγορές προεξοφλούν ακόμη δύο αυξήσεις μέσα στους επόμενους δώδεκα μήνες, με την επόμενη κίνηση να τοποθετείται ήδη από τον Σεπτέμβριο.

Παράλληλα, οι νέες οικονομικές προβλέψεις της ΕΚΤ αναμένεται να αφήσουν ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων.

«Οι νέες προβολές των υπηρεσιών της ΕΚΤ είναι πιθανό να συμβαδίζουν με ένα σενάριο τριών αυξήσεων επιτοκίων και η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ δύσκολα θα το χαρακτηρίσει παράλογο», εκτίμησε ο Greg Fuzesi της JPMorgan. «Αυτό θα προσδώσει στη συνεδρίαση έναν σαφώς πιο “γερακίσιο” τόνο, ακόμη κι αν η επικοινωνία της ΕΚΤ παραμείνει προσανατολισμένη προς μια επόμενη κίνηση τον Σεπτέμβριο».

Μια «ασφαλιστική» αύξηση επιτοκίων

Αρκετοί αναλυτές χαρακτηρίζουν την επικείμενη αύξηση ως μια «ασφαλιστική» κίνηση, δηλαδή ένα προληπτικό μέτρο που θα μπορούσε να αναστραφεί εφόσον οι πληθωριστικές πιέσεις υποχωρήσουν.

Προς ενίσχυση αυτού του επιχειρήματος, η ΕΚΤ αναμένεται να αναθεωρήσει ανοδικά τις τριμηνιαίες προβλέψεις της για τον πληθωρισμό, προσεγγίζοντας περισσότερο το «δυσμενές σενάριο» που είχε παρουσιάσει τον Μάρτιο. Σύμφωνα με αυτό, ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί στο 4,2% το τελευταίο τρίμηνο του έτους πριν αποκλιμακωθεί αισθητά το 2027.

Οι καταναλωτές, οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές έχουν ήδη αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προσδοκίες τους για τις τιμές. Παρόλα αυτά, οι μεσοπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν κοντά στον στόχο της ΕΚΤ και αρκετά χαμηλότερα από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

«Δύο αυξήσεις επιτοκίων φέτος μοιάζουν με το ελάχιστο πιθανό σενάριο», σημείωσε ο Anatoli Annenkov της Societe Generale. «Οι αγορές ενδέχεται σύντομα να αρχίσουν να προεξοφλούν ακόμη και αύξηση τον Ιούλιο, όμως εξακολουθούμε να πιστεύουμε ότι η πλειονότητα των διοικητών θα προτιμούσε να περιμένει περισσότερα στοιχεία και νέες προβλέψεις τον Σεπτέμβριο».

Ο κίνδυνος ενός λάθους πολιτικής

Δεν συμμερίζονται όλοι οι οικονομολόγοι αυτή την άποψη. Ορισμένοι προειδοποιούν ότι η ΕΚΤ κινδυνεύει να σφίξει υπερβολικά τη νομισματική πολιτική σε μια οικονομία που ήδη πληρώνει βαρύ τίμημα από τον πόλεμο με το Ιράν.

Ο Holger Schmieding της Berenberg εκτίμησε ότι η ΕΚΤ «οδηγείται προς ένα λάθος πολιτικής», επικαλούμενος τη στασιμότητα στην αγορά εργασίας και την αδύναμη καταναλωτική ζήτηση.

«Μέσα στο περιβάλλον συνεχιζόμενης καταστροφής της ζήτησης, η αναπόφευκτη αλλά προσωρινή άνοδος των τιμών δύσκολα θα μετατραπεί σε ένα επίμονο πληθωριστικό πρόβλημα που να απαιτεί υψηλότερα επιτόκια», ανέφερε σε σημείωμά του.

Ανάλυση του Reuters σε απομαγνητοφωνήσεις τηλεδιασκέψεων αποτελεσμάτων εταιρειών της Ευρωζώνης έδειξε ότι μόλις το 40% των μη χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων έχει ήδη αυξήσει ή σχεδιάζει να αυξήσει τις τιμές του, ποσοστό περίπου στο μισό σε σχέση με το 2022, όταν η ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία είχε οδηγήσει σε ευρύτερες ανατιμήσεις.

Ο Eric Dor, διευθυντής οικονομικών μελετών στη γαλλική IESEG School of Management, υποστήριξε ότι η ΕΚΤ υπερεκτιμά την ικανότητά της να επηρεάζει τις προσδοκίες νοικοκυριών και επιχειρήσεων, ειδικά όταν ο πληθωρισμός τροφοδοτείται κυρίως από τις τιμές των καυσίμων και όχι από την εγχώρια ζήτηση.

Παρά τις ενστάσεις αυτές, η ΕΚΤ έχει ενισχύσει το τελευταίο διάστημα τη ρητορική της υπέρ μιας πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της τράπεζας, Philip Lane, ο οποίος παραδοσιακά θεωρείται από τα πιο «ήπια» στελέχη σε θέματα πληθωρισμού, έχει επισημάνει ότι το σοκ που προκαλεί η κρίση με το Ιράν ενδέχεται να έχει ευρύτερες επιπτώσεις από εκείνες της ουκρανικής κρίσης, καθώς επηρεάζει τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και όχι μόνο την Ευρώπη.