Ελλάδα: Το νέο αναπτυξιακό μοντέλο στο «ραντάρ» των οίκων – Επενδύσεις-ρεκόρ και το μεγάλο στοίχημα της παραγωγικότητας

Η αλλαγή του αναπτυξιακού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας, με μεγαλύτερη συμμετοχή των επενδύσεων και των εξαγωγών στην αύξηση του ΑΕΠ και μικρότερη εξάρτηση από την κατανάλωση, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των αξιολογήσεων των μεγάλων διεθνών οίκων. Moody’s, DBRS και Scope, οι οποίοι προχώρησαν τον Σεπτέμβριο σε θετικές κινήσεις για το ελληνικό αξιόχρεο ή τις προοπτικές του, συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι οι αλλαγές των τελευταίων ετών μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα, να ενισχύσουν τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης και να καταστήσουν περισσότερο ανθεκτική τη δημοσιονομική θέση της χώρας.

Το βασικό στοιχείο που αναδεικνύουν οι οίκοι είναι ότι η ανάπτυξη στηρίζεται πλέον σε μεγαλύτερο βαθμό στις επενδύσεις, στις εξαγωγές και στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, εξέλιξη που διαφοροποιεί σημαντικά την εικόνα σε σχέση με το παρελθόν. Η μεταβολή αυτή θεωρείται κρίσιμη όχι μόνο για τη διατήρηση υψηλότερων ρυθμών αύξησης του ΑΕΠ, αλλά και για τη συνέχιση της αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους, καθώς μία ισχυρότερη οικονομία διευκολύνει τη δημιουργία πρωτογενών πλεονασμάτων.

Moody’s: Οι μεταρρυθμίσεις αρχίζουν να αποδίδουν

Ιδιαίτερα θετική είναι η αποτίμηση της Moody’s, η οποία στις 18 Σεπτεμβρίου αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας σε θετικές από σταθερές, διατηρώντας την αξιολόγηση στην επενδυτική βαθμίδα Baa1.

Ο αμερικανικός οίκος διαπιστώνει αυξανόμενες ενδείξεις ότι η συνεχιζόμενη εφαρμογή διαρθρωτικών οικονομικών και θεσμικών μεταρρυθμίσεων αποδίδει πλέον απτά αποτελέσματα, ενισχύοντας τόσο την οικονομική όσο και τη δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.

Κατά τη Moody’s, το σημερινό αναπτυξιακό μοντέλο είναι σαφώς περισσότερο προσανατολισμένο στις επενδύσεις, γεγονός που το καθιστά περισσότερο υποστηρικτικό για την παραγωγικότητα. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην εκρηκτική άνοδο των επενδύσεων μετά το 2020, καθώς ο οίκος θεωρεί ότι η τάση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.

Σύμφωνα με την ανάλυσή του, σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του μεριδίου των επενδύσεων στο ΑΕΠ μετά το 2020 προήλθαν από ιδιωτικές επενδύσεις. Η διαπίστωση αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς υποδηλώνει ότι το Ταμείο Ανάκαμψης δεν δημιούργησε από μόνο του την επενδυτική τάση, αλλά λειτούργησε περισσότερο ως επιταχυντής μιας διαδικασίας που είχε ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται.

Ρεκόρ 12,8 δισ. ευρώ στις ξένες επενδύσεις

Αλλαγή καταγράφεται και στη σύνθεση των Ξένων Άμεσων Επενδύσεων, καθώς μικρότερο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται πλέον αποκλειστικά στην αγορά ακινήτων σε σχέση με το παρελθόν.

Με βάση τα στοιχεία του ΟΟΣΑ που επικαλείται η Moody’s, οι ΞΑΕ στην Ελλάδα ανήλθαν το 2025 στο ιστορικό υψηλό των 12,8 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας.

Για τους οίκους αξιολόγησης, ωστόσο, δεν έχει σημασία μόνο το ύψος των κεφαλαίων που εισρέουν στη χώρα αλλά και το πού κατευθύνονται. Επενδύσεις σε παραγωγικές δραστηριότητες, τεχνολογία, υποδομές και επιχειρήσεις με εξαγωγικό προσανατολισμό μπορούν να έχουν μεγαλύτερο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα και να αυξήσουν το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας σε βάθος χρόνου.

Μεγαλύτερο βάρος στις μεγάλες επιχειρήσεις

Ένα ακόμη στοιχείο που ξεχωρίζει η Moody’s αφορά την αλλαγή της επιχειρηματικής δομής της χώρας. Η συμβολή των επιχειρήσεων με περισσότερους από 50 εργαζομένους στο ελληνικό ΑΕΠ αυξήθηκε στο 60% το 2024, από μόλις 45% το 2009.

Η μεταβολή θεωρείται σημαντική για την παραγωγικότητα, καθώς οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις διαθέτουν κατά κανόνα μεγαλύτερες δυνατότητες να επενδύσουν σε τεχνολογία, ψηφιοποίηση και ανθρώπινο κεφάλαιο, να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές και να αξιοποιήσουν περισσότερες και διαφοροποιημένες πηγές χρηματοδότησης.

Η Moody’s εκτιμά ότι αυτή η μετάβαση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί. Ωστόσο, το σωρευτικό αποτέλεσμά της αυξάνει την πιθανότητα ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, τον οποίο ο οίκος υπολογίζει σήμερα περίπου στο 1,5%, να αποδειχθεί τελικά υψηλότερος, όπως και η δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας.

DBRS: Η μεγάλη απόσταση στην παραγωγικότητα

Η παραγωγικότητα παραμένει, πάντως, το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής οικονομίας και το πεδίο στο οποίο εξακολουθεί να υπάρχει σημαντική απόσταση από την υπόλοιπη Ευρώπη.

Η DBRS, η οποία στις 4 Σεπτεμβρίου αναβάθμισε επίσης τις προοπτικές της Ελλάδας σε θετικές από σταθερές, διατηρώντας την αξιολόγηση στη βαθμίδα BBB, επισημαίνει ότι παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat που επικαλείται ο καναδικός οίκος, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά απασχολούμενο στην Ελλάδα αντιστοιχούσε το 2025 στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ, με βάση την αγοραστική δύναμη.

Η κάλυψη αυτού του χάσματος αποκτά καθοριστική σημασία, καθώς η διατηρήσιμη άνοδος των πραγματικών μισθών μακροπρόθεσμα συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα της οικονομίας να παράγει μεγαλύτερη αξία ανά εργαζόμενο.

Η DBRS εκτιμά, πάντως, ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν ήδη ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα και μπορούν να στηρίξουν περαιτέρω την αύξηση της παραγωγικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.

Scope: Στο BBB+, ένα βήμα πριν από την κατηγορία «Α»

Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Scope Ratings, η οποία προχώρησε ένα βήμα περισσότερο αναβαθμίζοντας το ελληνικό αξιόχρεο στη βαθμίδα BBB+, δηλαδή μόλις ένα σκαλοπάτι χαμηλότερα από την κατηγορία «Α».

Ο γερμανικός οίκος εστιάζει στη βελτίωση της ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προοπτικών της Ελλάδας, αποδίδοντας την εξέλιξη στη συνεχιζόμενη εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, στην ισχυρή επενδυτική δυναμική και στα μεγάλα επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται με ευρωπαϊκούς πόρους.

Η Scope διαπιστώνει ότι η ελληνική οικονομία έχει εμφανίσει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από την ΕΕ τα τελευταία χρόνια και παρουσιάζει πλέον περισσότερες ενδείξεις ανθεκτικότητας σε σχέση με την περίοδο πριν από την πανδημία.

Διατηρεί, ωστόσο, μία σημαντική επιφύλαξη: θα χρειαστούν περισσότερες ενδείξεις ότι η μεγάλη άνοδος των επενδύσεων μετατρέπεται πράγματι σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης. Με άλλα λόγια, το ζητούμενο δεν είναι πλέον μόνο να αυξηθεί ο όγκος των επενδύσεων, αλλά να αποδειχθεί ότι αυτές βελτιώνουν σε μόνιμη βάση την παραγωγική ικανότητα της χώρας.

Ελλάδα: +10,8% το ΑΕΠ από το 2019

Την εικόνα της ισχυρότερης αναπτυξιακής επίδοσης ενισχύουν τα στοιχεία που παρουσίασε ο ερευνητικός σύμβουλος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ντίνο Πινέλι.

Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 10,8% την περίοδο 2019-2025, έναντι 10,2% στην Ισπανία και 6,4% στην Ιταλία, δύο οικονομίες που επίσης έλαβαν σημαντική χρηματοδοτική στήριξη μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η διαφορά είναι ακόμη μεγαλύτερη σε σχέση με τις χώρες της Ευρωζώνης που είχαν μικρότερες κατανομές πόρων από το ΤΑΑ, όπου η σωρευτική αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ περιορίστηκε στο 5,4%.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εικόνα στις επενδύσεις. Το συνολικό ποσοστό επενδύσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ 2019 και 2025. Στην Ιταλία η αντίστοιχη αύξηση ήταν 3,7 μονάδες, ενώ στην Ισπανία μόλις 0,3 μονάδες. Στις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης με μικρότερη χρηματοδότηση από το ΤΑΑ, το επενδυτικό ποσοστό μειώθηκε κατά περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες.

Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα καλύπτει με γρήγορους ρυθμούς το μεγάλο επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε στη διάρκεια της πολυετούς κρίσης και συγκλίνει προς τα επίπεδα της Ευρωζώνης, όπου οι επενδύσεις υπερβαίνουν το 20% του ΑΕΠ.

Το επόμενο τεστ για την ελληνική οικονομία

Οι τρεις οίκοι ουσιαστικά συγκλίνουν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η ελληνική οικονομία έχει πραγματοποιήσει σημαντική μετατόπιση προς ένα περισσότερο επενδυτικό και εξωστρεφές μοντέλο, όμως η διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί.

Το κρίσιμο επόμενο βήμα είναι η επενδυτική έκρηξη των τελευταίων ετών να μεταφραστεί σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας, σε υψηλότερο δυνητικό ΑΕΠ και τελικά σε πραγματική σύγκλιση των εισοδημάτων με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο συναντώνται οι θετικές αξιολογήσεις με τις προκλήσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν. Από τη μία πλευρά, οι επενδύσεις αυξάνονται, οι ΞΑΕ έχουν φτάσει σε επίπεδα-ρεκόρ, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στην οικονομία και η Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από αρκετές ευρωπαϊκές οικονομίες. Από την άλλη, η παραγωγικότητα εξακολουθεί να βρίσκεται μόλις στο 67% του μέσου όρου της ΕΕ.

Η κάλυψη αυτής της απόστασης θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν η σημερινή επενδυτική δυναμική θα αποτελέσει μία ισχυρή αλλά περιορισμένη χρονικά φάση ή αν θα οδηγήσει σε μία πιο μόνιμη αλλαγή του αναπτυξιακού υποδείγματος της χώρας. Και είναι ακριβώς αυτή η δεύτερη εκδοχή που θα μπορούσε, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των οίκων, να οδηγήσει σε υψηλότερο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης, μεγαλύτερη δημοσιονομική ανθεκτικότητα και ταχύτερη σύγκλιση της ελληνικής οικονομίας με την Ευρωζώνη.