Εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση που χρησιμοποιούσε ΑΙ για τηλεφωνικές απάτες

Στην εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης που διέπραττε τηλεφωνικές απάτες και διακεκριμένες κλοπές χρησιμοποιώντας, μεταξύ άλλων, εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης για την κλωνοποίηση φωνών, προχώρησε η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος. Κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης στη Νέα Ιωνία συνελήφθησαν δύο άνδρες, ηλικίας 23 και 25 ετών, οι οποίοι φέρονται να είχαν τον ρόλο των «εισπρακτόρων» της οργάνωσης και εντοπίστηκαν αμέσως μετά την αφαίρεση τιμαλφών αξίας περίπου 30.000 ευρώ από οικία. Στη δικογραφία περιλαμβάνονται ακόμη τέσσερα άτομα, εκ των οποίων τα τρία έχουν ταυτοποιηθεί.

Όπως έγινε γνωστό από την ΕΛΑΣ, η οργάνωση διέθετε διακριτούς ρόλους, με «τηλεφωνητές» να εντοπίζουν και να προσεγγίζουν υποψήφια θύματα και άλλα μέλη να αναλαμβάνουν την παραλαβή των χρημάτων και τιμαλφών. Τα μέλη της χρησιμοποιούσαν προσχήματα υπαλλήλων του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας ή οπτικών ινών και, όταν τα θύματα εξέφραζαν επιφυλάξεις, αποκτούσαν δείγμα της φωνής συγγενικού ή οικείου τους προσώπου και την κλωνοποιούσαν με τη χρήση Τεχνητής Νοημοσύνης, ώστε να δημιουργούν την εντύπωση ότι συνομιλούν μαζί του.

Μέχρι στιγμής έχει διακριβωθεί η εμπλοκή τους σε ακόμη πέντε παρόμοιες περιπτώσεις, ενώ εξιχνιάστηκε και κλοπή οχήματος στις 14 Σεπτεμβρίου, το οποίο φέρεται να χρησιμοποιούσαν ως «επιχειρησιακό όχημα».

Σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, το παράνομο περιουσιακό όφελος από τη δράση της οργάνωσης ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ.

 

Αναλυτικά η σχετική ανακοίνωση:

«Από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος εξαρθρώθηκε εγκληματική οργάνωση τα μέλη της οποίας διέπρατταν απάτες και διακεκριμένες κλοπές, χρησιμοποιώντας Τεχνητή Νοημοσύνη (A.I.) και προσχήματα όπως υπαλλήλου του ΔΕΔΔΗΕ, εταιρειών κινητής τηλεφωνίας, οπτικών ινών κ.α.

Η δράση της εγκληματικής οργάνωσης τερματίστηκε μετά από επιχείρηση αστυνομικών της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, στην περιοχή της Νέας Ιωνίας Αττικής, κατά τη διάρκεια της οποίας συνελήφθησαν -2- από τα μέλη της οργάνωσης, τη στιγμή που μόλις είχαν αφαιρέσει από οικία θύματος, τιμαλφή αξίας -30.000- ευρώ.

Πρόκειται για έναν 23χρονο και έναν 25χρονο, οι οποίοι αποτελούσαν τους «εισπράκτορες» της εγκληματικής ομάδας, ενώ στη δικογραφία που σχηματίσθηκε για εγκληματική οργάνωση, απάτη, διακεκριμένες κλοπές τετελεσμένες και σε απόπειρα κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με όφελος άνω των -120.000- ευρώ, περιλαμβάνονται ακόμη -4- άτομα, εκ των οποίων τα -3- έχουν ταυτοποιηθεί.

Προηγήθηκε αξιοποίηση πληροφοριακών στοιχείων, από την οποία προέκυψε η ύπαρξη εγκληματικής ομάδας, τουλάχιστον από τις αρχές Ιουλίου 2026, η οποία διέθετε διακριτή εσωτερική δομή, με μέλη που είχαν αναλάβει διευθυντικούς ρόλους, καθώς και «τηλεφωνητές» και «εισπράκτορες».

Ειδικότερα προέκυψε ότι ο ρόλος των «τηλεφωνητών» ήταν η ανεύρεση υποψήφιων θυμάτων, μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας μαζί τους, με σκοπό την εξαπάτησή τους και την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους, ενώ παράλληλα ήταν επιφορτισμένοι με τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και συσκευών που χρησιμοποιούνταν για την παράνομη δραστηριότητά τους.

Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης αποτελούσε η χρήση εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης (A.I.) για την κλωνοποίηση της φωνής συγγενικού προσώπου του υποψήφιου θύματος, με σκοπό την ενίσχυση της πειστικότητας του προσχηματικού σεναρίου και την κάμψη τυχόν αμφιβολιών του.

Πιο αναλυτικά, για να πετύχουν το σκοπό τους αρχικά, επικοινωνούσαν τηλεφωνικά με τα υποψήφια θύματα και τα έπειθαν να προβούν σε συγκεκριμένες ενέργειες, τις οποίες τους υπεδείκνυαν, κυρίως για θέματα που αφορούν την εγκατάσταση οπτικής ίνας.

Σε περίπτωση που το θύμα εξέφραζε αμφιβολίες ή επιφυλάξεις, του ζητούσαν να επικοινωνήσουν με συγγενικό ή άλλο οικείο του πρόσωπο, προκειμένου δήθεν να επιβεβαιώσει την αναγκαιότητα της διαδικασίας και να το καθησυχάσει.

Ακολούθως, ζητούσαν από το θύμα τον αριθμό τηλεφωνικής σύνδεσης του συγκεκριμένου προσώπου και στη συνέχεια επικοινωνούσαν μαζί του, προσποιούμενοι, κατά περίπτωση, ότι εκπροσωπούν εταιρεία παροχής υπηρεσιών κινητής τηλεφωνίας.

Κατά τη διάρκεια της σύντομης συνομιλίας αποκτούσαν δείγμα της φωνής του και, με τη χρήση εργαλείου τεχνητής νοημοσύνης, προέβαιναν στην κλωνοποίηση των χαρακτηριστικών της.

Στη συνέχεια, επανέρχονταν σε επικοινωνία με το αρχικό θύμα και αναπαράγοντας μέσω της τεχνολογίας κλωνοποίησης τη φωνή του συγγενικού ή οικείου του προσώπου, δημιουργούσαν την εντύπωση ότι αυτό βρισκόταν πράγματι στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής και επιβεβαίωνε όσα προηγουμένως του είχαν υποδείξει.

Με τον τρόπο αυτό ενίσχυαν την πεποίθηση των θυμάτων ότι η τηλεφωνική επικοινωνία ήταν γνήσια, κάμπτοντας την αντίσταση του θύματος και αυξάνοντας τις πιθανότητες να συμμορφωθεί στις οδηγίες τους.

Μέχρι στιγμής έχει πιστοποιηθεί η εμπλοκή των μελών της οργάνωσης σε επιπλέον -5- περιπτώσεις με παρόμοια μεθοδολογία, ενώ εξιχνιάστηκε κλοπή οχήματος που τελέστηκε στις 14/9/2026 και τα μέλη της οργάνωσης χρησιμοποιούσαν ως το «επιχειρησιακό όχημα» τους.

Συνολικά, από τις έρευνες που διενεργήθηκαν βρέθηκαν και κατασχέθηκαν ένα όχημα Δημόσιας Χρήσης και -2- συσκευές κινητής τηλεφωνίας.

Εκτιμάται ότι, το παράνομο περιουσιακό όφελος από τη δράση της εγκληματικής οργάνωσης ξεπερνά το -1.000.000- ευρώ.

Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στον αρμόδιο Εισαγγελέα και παραπέμφθηκαν στον Ανακριτή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να διακριβωθεί το πλήρες εύρος της παράνομης δραστηριότητας.

Με αφορμή τη συγκεκριμένη υπόθεση, εφιστάται εκ νέου η προσοχή των πολιτών σε τηλεφωνικές κλήσεις κατά τις οποίες άγνωστα πρόσωπα προσποιούνται υπαλλήλους Οργανισμών κοινής ωφέλειας, δημόσιων Υπηρεσιών, εταιρειών τηλεπικοινωνιών, τραπεζών, λογιστικών γραφείων ή άλλων Φορέων (σχετ. το από 13-08-2026 Δελτίο Τύπου).

Για την προστασία τους, οι πολίτες καλούνται:

* να διακόπτουν αμέσως κάθε ύποπτη τηλεφωνική επικοινωνία,

* να μην αποκαλύπτουν προσωπικά ή οικονομικά στοιχεία, πληροφορίες για τη σύνθεση του νοικοκυριού ή για ενδεχόμενη απουσία τους από την οικία,

* να μην θεωρούν ότι μία γνώριμη φωνή αποτελεί από μόνη της επαρκή επιβεβαίωση της ταυτότητας του προσώπου που ακούγεται,

* να τερματίζουν την κλήση και να επικοινωνούν οι ίδιοι με το συγγενικό τους πρόσωπο, καλώντας σε τηλεφωνικό αριθμό που ήδη γνωρίζουν,

* να επιβεβαιώνουν την ταυτότητα του προσώπου που καλεί (π.χ. μέσω ερώτησης ή πληροφορίας που γνωρίζουν αποκλειστικά τα μέλη της οικογένειας ή μέσω κάποιας προκαθορισμένης λέξης ή φράσης ασφαλείας),

* να μην ανοίγουν την είσοδο και να μην επιτρέπουν την πρόσβαση αγνώστων στην οικία αποκλειστικά βάσει τηλεφωνικής υπόδειξης, ακόμη και αν κατά τη συνομιλία ακούγεται η φωνή συγγενικού προσώπου,

* να μην παραδίδουν και να μην τοποθετούν χρήματα ή τιμαλφή σε σημεία που τους υποδεικνύονται τηλεφωνικά,

* να επιβεβαιώνουν οποιαδήποτε προγραμματισμένη εργασία επικοινωνώντας οι ίδιοι με τον Οργανισμό ή τον Φορέα, αποκλειστικά μέσω του επίσημου αριθμού επικοινωνίας του και

* να ενημερώνουν άμεσα τα οικεία τους πρόσωπα εάν έχουν προηγουμένως δεχθεί ύποπτη τηλεφωνική κλήση.

Υπενθυμίζεται ότι κανένας πραγματικός τεχνικός έλεγχος δεν απαιτεί την αποκάλυψη του σημείου φύλαξης ή την παράδοση χρημάτων, κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων.

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ενημέρωση ηλικιωμένων συγγενών και ανήλικων μελών της οικογένειας, ώστε να γνωρίζουν ότι ακόμη και μία απολύτως γνώριμη φωνή στο τηλέφωνο μπορεί να έχει υποστεί τεχνική επεξεργασία ή τεχνητή αναπαραγωγή.

Σε περίπτωση ύποπτης τηλεφωνικής επικοινωνίας ή εμφάνισης αγνώστων στην οικία, ακόμη και αν δεν ολοκληρώθηκε η εξαπάτηση, οι πολίτες καλούνται να ενημερώνουν άμεσα την Ελληνική Αστυνομία, καλώντας στο 100 ή στο οικείο Αστυνομικό Τμήμα ή Τμήμα Δίωξης και Εξιχνίασης Εγκλημάτων, και να διατηρούν, εφόσον είναι δυνατό, τον αριθμό από τον οποίο πραγματοποιήθηκε η κλήση και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο».