Ηλεκτρικό ρεύμα: «Καίει» η χονδρική στα 173,73 ευρώ/MWh – Τι εξετάζει η κυβέρνηση

Νέο κύμα πιέσεων στα τιμολόγια ηλεκτρικής ενέργειας προκαλεί η απότομη άνοδος της χονδρεμπορικής αγοράς, με την τιμή του ρεύματος να καταγράφει την Τρίτη 25 Αυγούστου νέο υψηλό για το 2026 και την κυβέρνηση να εξετάζει πλέον σενάρια έκτακτης παρέμβασης, ενόψει των ανακοινώσεων των προμηθευτών για τον Σεπτέμβριο.

Η Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς στην Αγορά Επόμενης Ημέρας διαμορφώθηκε στα 173,73 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 3,69% από τα 167,55 ευρώ/MWh της Δευτέρας, φθάνοντας στο υψηλότερο μέσο ημερήσιο επίπεδο που έχει καταγραφεί μέσα στο έτος.

Η ένταση της ανόδου γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι μόλις την Κυριακή η τιμή βρισκόταν στα 109,45 ευρώ/MWh. Μέσα σε δύο ημέρες, δηλαδή, η χονδρεμπορική τιμή αυξήθηκε κατά περίπου 59%, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τους προμηθευτές λίγο πριν καθορίσουν τις χρεώσεις του επόμενου μήνα.

Από τα 105 στα 236 ευρώ μέσα σε μία ημέρα

Μεγάλο ήταν και το εύρος των τιμών κατά τη διάρκεια της Τρίτης. Η χαμηλότερη τιμή διαμορφώθηκε στα 105,48 ευρώ/MWh, ενώ η υψηλότερη έφθασε στα 235,58 ευρώ/MWh, με τη συνολική ζήτηση στην Αγορά Επόμενης Ημέρας στις 434,22 GWh.

Οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας διατήρησαν την πρώτη θέση στο ενεργειακό μείγμα με συμμετοχή περίπου 46%, ενώ το φυσικό αέριο κάλυψε 32,3%, οι εισαγωγές 9,5%, ο λιγνίτης 5,7% και τα υδροηλεκτρικά 4,4%. Οι εξαγωγές κινήθηκαν περίπου στις 24,4 GWh και οι εισαγωγές στις 20,6 GWh.

Η εικόνα διαφοροποιείται αισθητά από αρκετές συνεδριάσεις του Αυγούστου, όταν η υψηλή παραγωγή των φωτοβολταϊκών είχε οδηγήσει τις μεσημεριανές τιμές ακόμη και κοντά στο μηδέν. Πλέον, ακόμη και η χαμηλότερη τιμή της ημέρας παρέμεινε πάνω από τα 100 ευρώ/MWh.

Ο Αύγουστος σχεδόν 17% ακριβότερος από τον Ιούλιο

Για τις χρεώσεις του Σεπτεμβρίου, μεγαλύτερη σημασία από την τιμή μιας μεμονωμένης ημέρας έχει ο μέσος όρος του Αυγούστου.

Έως τις 24 Αυγούστου, η μέση τιμή της Day-Ahead Market είχε διαμορφωθεί στα 126,6 ευρώ/MWh, αυξημένη κατά 15,2% έναντι περίπου 110 ευρώ/MWh τον Ιούλιο. Με την προσθήκη της τιμής της 25ης Αυγούστου, ο μέσος όρος των πρώτων 25 ημερών ανεβαίνει περίπου στα 128,5 ευρώ/MWh, δηλαδή σχεδόν 17% υψηλότερα από τον προηγούμενο μήνα.

Η αύξηση αυτή δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη ανατίμηση των λιανικών τιμολογίων. Οι εταιρείες ηλεκτρικής ενέργειας διαθέτουν διαφορετικές στρατηγικές προμήθειας και αντιστάθμισης κινδύνου, ενώ έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν εμπορικές εκπτώσεις για να περιορίσουν τις αυξήσεις.

Αυτό συνέβη σε σημαντικό βαθμό και τον Αύγουστο, όταν μεγάλοι προμηθευτές απορρόφησαν μέρος της προηγούμενης αύξησης της χονδρικής. Όσο όμως η μέση τιμή του Αυγούστου παραμένει αισθητά υψηλότερη από εκείνη του Ιουλίου, τόσο στενεύουν τα περιθώρια για επανάληψη της ίδιας πολιτικής χωρίς μεγαλύτερη επιβάρυνση των εταιρειών.

Τα 4 σενάρια στο κυβερνητικό τραπέζι

Μπροστά στον κίνδυνο υψηλότερων λογαριασμών τον Σεπτέμβριο, η κυβέρνηση εξετάζει διαφορετικές γραμμές άμυνας, χωρίς μέχρι στιγμής να έχει ληφθεί οριστική απόφαση.

Το πρώτο σενάριο είναι η επιστροφή της άμεσης επιδότησης ανά κιλοβατώρα, με έναν μηχανισμό αντίστοιχο εκείνου που χρησιμοποιήθηκε κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση. Το Δημόσιο θα μπορούσε έτσι να καλύψει μέρος της αύξησης της τιμής προμήθειας, περιορίζοντας την επιβάρυνση των νοικοκυριών. Δεν έχει καθοριστεί, πάντως, ούτε το ύψος μιας πιθανής επιδότησης ούτε τα όρια κατανάλωσης και οι δικαιούχοι.

Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι να προηγηθεί η απορρόφηση σημαντικού μέρους της αύξησης από τους ίδιους τους παρόχους, μέσω των εμπορικών εκπτώσεων. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να περιμένει τις ανακοινώσεις των εταιρειών στο τέλος του μήνα και να παρέμβει μόνο εφόσον διαπιστώσει ότι οι τελικές χρεώσεις ξεπερνούν επίπεδα που θεωρούνται διαχειρίσιμα για τα νοικοκυριά.

Το τρίτο σενάριο αφορά ένα νέο «ρεύμα pass», με περισσότερο στοχευμένα χαρακτηριστικά. Η ενίσχυση θα μπορούσε να συνδέεται τόσο με τη μηνιαία κατανάλωση όσο και με εισοδηματικά κριτήρια, ώστε η δημοσιονομική στήριξη να κατευθυνθεί κυρίως προς τα νοικοκυριά που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη. Και σε αυτή την περίπτωση δεν έχουν ακόμη καθοριστεί ποσά, δικαιούχοι ή διάρκεια εφαρμογής.

Η τέταρτη και περισσότερο παρεμβατική επιλογή αφορά την ενίσχυση ή ακόμη και την οργανωμένη μετακίνηση καταναλωτών από τα κυμαινόμενα πράσινα και κίτρινα προϊόντα προς τα σταθερά μπλε τιμολόγια. Μια υποχρεωτική μεταφορά, ωστόσο, θα απαιτούσε σημαντικές ρυθμιστικές παρεμβάσεις, καθώς τα σταθερά συμβόλαια συνοδεύονται από χρονική δέσμευση και συχνά από κόστος πρόωρης αποχώρησης. Για τον λόγο αυτό δεν αποτελεί σήμερα ειλημμένη κυβερνητική απόφαση.

Το μήνυμα Χατζηδάκη

Την προετοιμασία παρεμβάσεων στο ενεργειακό μέτωπο είχε προαναγγείλει τη Δευτέρα και ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης, αναφέροντας σε συνέντευξή του στον ΣΚΑΪ ότι από τον Σεπτέμβριο αναμένονται «κάποιες ενδιαφέρουσες εξελίξεις θετικές με το ηλεκτρικό ρεύμα», χωρίς ωστόσο να αποκαλύψει συγκεκριμένα μέτρα.

Στο ευρύτερο σχέδιο για περισσότερο διαφανείς λογαριασμούς εντάσσεται και η σχεδιαζόμενη αποσύνδεση των δημοτικών τελών από τους λογαριασμούς ηλεκτρικής ενέργειας. Πρόκειται όμως για διαρθρωτική αλλαγή και όχι για παρέμβαση που μπορεί να περιορίσει άμεσα το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας τον Σεπτέμβριο.

Ο κίνδυνος του φυσικού αερίου

Πρόσθετη αβεβαιότητα δημιουργούν οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου, καθώς η ελληνική αγορά ηλεκτρισμού παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητη στο κόστος του καυσίμου.

Η Goldman Sachs έχει εκτιμήσει ότι, σε ένα δυσμενές σενάριο κατά το οποίο οι διαταραχές στις ενεργειακές εξαγωγές από τη Μέση Ανατολή αποκατασταθούν μόνο σταδιακά και παραταθούν έως το 2027, το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο ενδέχεται να χρειαστεί να κινηθεί πάνω από τα 100 ευρώ/MWh τον Δεκέμβριο, προκειμένου η Ευρώπη να προσελκύσει επαρκή φορτία LNG από την Ασία και να ενισχύσει τα αποθέματά της.

Δεν πρόκειται για βασική πρόβλεψη, αλλά για δυσμενές σενάριο. Για την Ελλάδα, ωστόσο, ο κίνδυνος είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς οι μονάδες φυσικού αερίου εξακολουθούν να έχουν καθοριστικό ρόλο στην κάλυψη της ζήτησης και συχνά στη διαμόρφωση της οριακής τιμής όταν περιορίζεται η παραγωγή από ΑΠΕ.

Η δεύτερη γραμμή άμυνας μέσω επενδύσεων

Παράλληλα με τις πιθανές άμεσες παρεμβάσεις, η κυβέρνηση προωθεί μια πιο μακροπρόθεσμη στρατηγική για την ενεργειακή ανθεκτικότητα, η οποία αναμένεται να αποτελέσει μέρος των ανακοινώσεων της ΔΕΘ.

Η Ελλάδα έχει ζητήσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επέκταση της Εθνικής Ρήτρας Διαφυγής, ώστε να καλύπτει επενδύσεις ενεργειακής ανθεκτικότητας που αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028.

Στο σχεδιασμό περιλαμβάνονται έργα αποθήκευσης ενέργειας από ΑΠΕ, εξοικονόμησης ενέργειας, ενεργειακής αναβάθμισης κτιρίων και άλλων υποδομών. Οι σχετικές δαπάνες θα μπορούν να εξαιρεθούν από το όριο αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και 0,6% σωρευτικά έως το 2028, χωρίς όμως να παύουν να υπολογίζονται στο πρωτογενές αποτέλεσμα και στο δημόσιο χρέος.

Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν πρέπει να συγχέεται με τις πιθανές επιδοτήσεις στους λογαριασμούς. Πρόκειται για επενδυτικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στη μείωση του ενεργειακού κόστους σε βάθος χρόνου, μέσω περισσότερης αποθήκευσης, μικρότερης κατανάλωσης και μεγαλύτερης ανθεκτικότητας του ενεργειακού συστήματος.

Η κρίσιμη εβδομάδα για τον Σεπτέμβριο

Οι επόμενες ημέρες θα είναι καθοριστικές. Με έξι ημέρες να απομένουν μέχρι την ολοκλήρωση του Αυγούστου, κυβέρνηση και προμηθευτές παρακολουθούν καθημερινά την πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς.

Με την τιμή στα 173,73 ευρώ/MWh, τον μέσο όρο του Αυγούστου περίπου στα 128,5 ευρώ/MWh και τον μήνα να κινείται σχεδόν 17% ακριβότερα από τον Ιούλιο, ο κίνδυνος υψηλότερων χρεώσεων στα κυμαινόμενα τιμολόγια του Σεπτεμβρίου έχει αυξηθεί αισθητά.

Το ύψος της τελικής επιβάρυνσης θα εξαρτηθεί από τις τελευταίες συνεδριάσεις της χονδρεμπορικής αγοράς, τις πολιτικές εκπτώσεων των παρόχων και, τελικά, από το εάν η κυβέρνηση αποφασίσει να ενεργοποιήσει κάποιο από τα μέτρα που βρίσκονται στο τραπέζι.

Το νέο στοιχείο είναι ότι, με τη χονδρική πλέον σε υψηλό έτους, η συζήτηση έχει μετακινηθεί από το εάν υπάρχει πίεση στα τιμολόγια στο ποιος θα απορροφήσει το κόστος: οι προμηθευτές, ο κρατικός προϋπολογισμός ή τελικά οι καταναλωτές.