Σε ένα περιβάλλον έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων, οι επενδυτικές επιλογές στρέφονται προς ένα πιο αμυντικό μοντέλο, δίνοντας προτεραιότητα στη διασπορά κινδύνου και στη σταθερότητα των χαρτοφυλακίων.
Όπως προκύπτει από την ανάλυση της Alpha Bank για το β τρίμηνο του 2026, ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή ενισχύει τους κινδύνους για την παγκόσμια οικονομία, διατηρώντας υψηλά επίπεδα μεταβλητότητας και ενδυναμώνοντας τα σενάρια στασιμοπληθωρισμού.
Μετοχές: Προτεραιότητα στην ποιότητα και την ανθεκτικότητα
Στο σκέλος των μετοχών, προτιμώνται οι ανεπτυγμένες αγορές, με βασική υπόθεση τη σταδιακή αποκλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή. Σε ένα τέτοιο σενάριο, εκτιμάται ότι θα βελτιωθούν οι προοπτικές των αναδυόμενων αγορών, οι οποίες εμφανίζουν ελκυστικές αποτιμήσεις και ισχυρή κερδοφορία.
Ωστόσο, η παρατεταμένη άνοδος του πληθωρισμού ενδέχεται να περιορίσει τα περιθώρια ανόδου, κυρίως στις ΗΠΑ, όπου η αγορά παραμένει εκτεθειμένη σε αυξημένες τιμές ενέργειας.
Όπως επισημαίνει η τράπεζα στη σχετική έκθεση, «η ικανοποιητική κερδοφορία συνεχίζει να στηρίζει τις μετοχές στις ΗΠΑ», ωστόσο οι ανησυχίες για ενίσχυση του πληθωρισμού επιβαρύνουν το επενδυτικό κλίμα και οδηγούν σε πιο ουδέτερη στάση.
Αντίθετα, η Ευρωζώνη εμφανίζεται πιο ευάλωτη στις ενεργειακές πιέσεις, με αυξημένο κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού σε σχέση με τις ΗΠΑ.
Ταυτόχρονα, η ενίσχυση του δολαρίου, τα προβλήματα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και η αύξηση του ενεργειακού κόστους λειτουργούν ανασταλτικά για τις αναδυόμενες οικονομίες.
Σε επίπεδο κλάδων, πέρα από την τεχνολογία, θετικά ξεχωρίζουν οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, η βιομηχανία και ο τομέας της υγείας. Σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, προτιμώνται μετοχές αξίας, με υψηλές μερισματικές αποδόσεις και χαμηλή μεταβλητότητα.
Παράλληλα, θετική επίδραση για την Ευρωζώνη αναμένεται από το πρόγραμμα ενίσχυσης της άμυνας (ReARM), το οποίο εκτιμάται ότι θα ενισχύσει την οικονομική δραστηριότητα και συγκεκριμένους παραγωγικούς κλάδους.
Ομόλογα και εναλλακτικές επενδύσεις
Στην αγορά των ομολόγων, η τράπεζα διατηρεί πιο συντηρητική στάση, δίνοντας έμφαση σε τίτλους βραχυχρόνιας διάρκειας και υψηλής πιστοληπτικής διαβάθμισης.
Ακόμη και σε περίπτωση γρήγορης αποκλιμάκωσης της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι πληθωριστικές και δημοσιονομικές πιέσεις εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να επηρεάζουν τις αποδόσεις των ομολόγων.
Θετική παραμένει η προσέγγιση στα εταιρικά ομόλογα υψηλής διαβάθμισης, καθώς υποστηρίζονται από ισχυρή κερδοφορία και ικανοποιητικές αποδόσεις. Αντίθετα, αποφεύγονται οι τίτλοι υψηλού ρίσκου, με την προσοχή να στρέφεται σε εκδότες με ισχυρούς ισολογισμούς και αξιολόγηση γύρω από την κατηγορία ΒΒ.
Παράλληλα, η τράπεζα διατηρεί θετική στάση για τα ομόλογα αναδυόμενων αγορών, καθώς η πιθανή σταδιακή αποδυνάμωση του δολαρίου αναμένεται να βελτιώσει τις χρηματοπιστωτικές συνθήκες στις συγκεκριμένες οικονομίες.
Στις εναλλακτικές επενδύσεις, η στάση απέναντι στο πετρέλαιο παραμένει ουδέτερη, λόγω της αβεβαιότητας γύρω από τη διάρκεια και την ένταση των γεωπολιτικών εξελίξεων. Αντίθετα, ο χρυσός εξακολουθεί να αποτελεί «βασικό καταφύγιο», λειτουργώντας ως εργαλείο αντιστάθμισης κινδύνου σε περιόδους έντασης.
Οι στρατηγικές hedge funds διατηρούν σημαντικό ρόλο στη διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων, ενώ τα βασικά μέταλλα επηρεάζονται αρνητικά από την επιβράδυνση της μεταποίησης.
Τέλος, η στάση απέναντι στη ρευστότητα παραμένει ουδέτερη, καθώς οι επενδυτές προτιμούν ευελιξία εν μέσω ενός περιβάλλοντος αυξημένης αστάθειας και περιορισμένης ορατότητας.




