Στα 417 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 168% του ΑΕΠ, εκτινάχθηκε το συνολικό ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα στο τέλος του 2025, σύμφωνα με το δεύτερο τριμηνιαίο δελτίο παρακολούθησης του ιδιωτικού χρέους του ΙΟΒΕ, το οποίο εκπονήθηκε με την υποστήριξη της CEPAL. Την ίδια στιγμή, η αγορά ακινήτων συνεχίζει την ανοδική της πορεία, με τις τιμές των κατοικιών να καταγράφουν νέες αυξήσεις, επιδεινώνοντας περαιτέρω το ήδη οξύ πρόβλημα της προσιτής στέγασης.
Η έκθεση αποτυπώνει μια οικονομία που εξακολουθεί να αναπτύσσεται με ρυθμούς υψηλότερους από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, αλλά ταυτόχρονα φέρει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες, όπως το υψηλό ιδιωτικό χρέος, την περιορισμένη αποταμίευση των νοικοκυριών, το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και τις αυξανόμενες δυσκολίες πρόσβασης στην κατοικία.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος προς τράπεζες, εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων, φορολογικές αρχές και ασφαλιστικά ταμεία αυξήθηκε περαιτέρω το τέταρτο τρίμηνο του 2025, φθάνοντας τα 417 δισ. ευρώ, έναντι χαμηλότερων επιπέδων το προηγούμενο τρίμηνο. Η αύξηση αυτή αποδίδεται αφενός στην επέκταση των εξυπηρετούμενων τραπεζικών δανείων και αφετέρου στη δημιουργία νέων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο.
Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές, διαμορφούμενες στα 237,8 δισ. ευρώ, αν και η συμμετοχή τους στο συνολικό ιδιωτικό χρέος περιορίστηκε στο 57%. Το μεγαλύτερο μέρος των οφειλών αφορά το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς οι υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ ανέρχονται συνολικά σε 165,2 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σχεδόν στο 69% των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Παράλληλα, το ιδιωτικό χρέος από τραπεζικά δάνεια διαμορφώθηκε στα 251,9 δισ. ευρώ, με βασικό μοχλό αύξησης τα επιχειρηματικά δάνεια. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια εμφανίζουν πλέον τάσεις σταθεροποίησης, καθώς παραμένουν περίπου στο 30% του συνόλου των δανείων, ενώ οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers) έχουν πλέον υπό τον έλεγχό τους περίπου το 92% των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Η αγορά κατοικίας συνεχίζει να πιέζει τα νοικοκυριά
Το ΙΟΒΕ διαπιστώνει ότι η αγορά ακινήτων διατήρησε την έντονα ανοδική της δυναμική και κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, με τις τιμές των κατοικιών να συνεχίζουν να αυξάνονται χάρη στη διατήρηση ισχυρής επενδυτικής ζήτησης και στις ιδιαίτερα αυξημένες άμεσες ξένες επενδύσεις στον κλάδο των ακινήτων.
Τις μεγαλύτερες ανατιμήσεις κατέγραψαν οι κατοικίες ενός υπνοδωματίου, όπου οι αυξήσεις κυμάνθηκαν από 5% έως 8%, επιβεβαιώνοντας ότι η ζήτηση παραμένει ισχυρή κυρίως στις μικρότερες κατοικίες.
Ωστόσο, η συνεχιζόμενη άνοδος των τιμών επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το ήδη σοβαρό στεγαστικό πρόβλημα της χώρας. Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα εξακολουθεί να εμφανίζει τη χαμηλότερη προσιτότητα στέγασης μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παρά το γεγονός ότι ο δείκτης υπερβολικής στεγαστικής επιβάρυνσης υποχώρησε οριακά από 28,9% το 2024 σε 26,4% το 2025. Παρά τη μικρή αυτή βελτίωση, οι τιμές των κατοικιών εξακολουθούν να αυξάνονται με σημαντικά ταχύτερο ρυθμό από τα εισοδήματα των ελληνικών νοικοκυριών.
Οι εκταμιεύσεις νέων στεγαστικών δανείων επιταχύνθηκαν κατά τη διάρκεια του 2025 και των πρώτων μηνών του 2026, εξακολουθούν όμως να κινούνται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με το παρελθόν. Παράλληλα, το μεγαλύτερο μέρος των προβληματικών στεγαστικών δανείων βρίσκεται πλέον στα χαρτοφυλάκια των servicers.
Όσον αφορά τους πλειστηριασμούς, το ΙΟΒΕ διαπιστώνει ελαφρά επιβράδυνση κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, καθώς ολοκληρώθηκε μόλις ένας στους επτά προγραμματισμένους πλειστηριασμούς ακινήτων, γεγονός που αποτυπώνει τις δυσκολίες στην επιτάχυνση της διαδικασίας ανάκτησης απαιτήσεων.
Ανάπτυξη υψηλότερη της Ευρωζώνης, αλλά με σημαντικές αδυναμίες
Στο μακροοικονομικό περιβάλλον, η ελληνική οικονομία κατέγραψε ρυθμό ανάπτυξης 2% το πρώτο τρίμηνο του 2026, έναντι μόλις 0,3% στην Ευρωζώνη, με βασικούς μοχλούς τις πάγιες επενδύσεις και τις εξαγωγές.
Παρά τη θετική εικόνα, το ΙΟΒΕ υπογραμμίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρές προκλήσεις, όπως ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός, η περιορισμένη αποταμίευση των νοικοκυριών και το σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών.
Το διεθνές περιβάλλον παραμένει επίσης επιβαρυμένο. Η επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, έχουν αυξήσει την αβεβαιότητα, ασκώντας νέες πιέσεις στις τιμές της ενέργειας και διατηρώντας ισχυρές τις πληθωριστικές πιέσεις.
Σταθερές οι συντάξεις σε πραγματικούς όρους
Στο ειδικό μέρος της μελέτης, το ΙΟΒΕ εξετάζει την πορεία των συντάξεων γήρατος κατά την περίοδο 2019-2025. Η ανάλυση δείχνει ότι η μέση σύνταξη παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητη σε πραγματικούς όρους, ενώ ο πληθυσμός των συνταξιούχων συνεχίζει να γερνά, καθώς το 89% των συνταξιούχων είναι πλέον άνω των 65 ετών.
Παράλληλα, καταγράφεται περιορισμός της διαφοράς μεταξύ των συντάξεων του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Σύμφωνα με την έκθεση, αυτό δεν οφείλεται σε ουσιαστική ενίσχυση των συντάξεων του ιδιωτικού τομέα, αλλά κυρίως στη μείωση της πραγματικής αγοραστικής αξίας των συντάξεων των πρώην δημοσίων υπαλλήλων.
Το ΙΟΒΕ προειδοποιεί τέλος ότι οι προσδοκίες για υψηλότερα επιτόκια κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2026, σε συνδυασμό με τη συνέχιση της ανοδικής πορείας των τιμών των κατοικιών, ενδέχεται να δυσκολέψουν ακόμη περισσότερο τη ρύθμιση και την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων ιδιωτικών οφειλών, διατηρώντας το υψηλό ιδιωτικό χρέος ως μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις για την ελληνική οικονομία.
