Στην πεντάδα των ευρωπαϊκών χωρών με τη μεγαλύτερη οικονομική έκθεση σε καύσωνες και πυρκαγιές τοποθετεί την Ελλάδα η Morningstar DBRS, προειδοποιώντας ότι η συσσώρευση ακραίων καιρικών φαινομένων αρχίζει να αποκτά μετρήσιμο κόστος για την παραγωγικότητα, τις υποδομές και συνολικά την οικονομική δραστηριότητα.
Το καλοκαίρι του 2026 αποτελεί, σύμφωνα με τον οίκο αξιολόγησης, χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διαφορετικοί κλιματικοί κίνδυνοι μπορούν να λειτουργήσουν σωρευτικά. Οι καύσωνες δημιουργούν συνθήκες ξηρασίας, η ξηρασία αυξάνει τον κίνδυνο πυρκαγιών και στη συνέχεια το σκληρό και αποξηραμένο έδαφος μπορεί να ενισχύσει ακόμη και τον κίνδυνο αιφνίδιων πλημμυρών.
Για την Ελλάδα τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Τα μοντέλα της Morningstar DBRS την κατατάσσουν 5η μεταξύ των χωρών που εξετάστηκαν ως προς την προβλεπόμενη ετήσια απώλεια βιομηχανικής παραγωγικότητας εξαιτίας των καυσώνων, με βάση το μέτριο κλιματικό σενάριο.
Η χώρα βρίσκεται επίσης στην 5η θέση ως προς τις εκτιμώμενες ετήσιες ζημιές σε περιουσίες από πυρκαγιές, αναδεικνύοντας τη διπλή έκθεση της ελληνικής οικονομίας στις υψηλές θερμοκρασίες και στις δασικές πυρκαγιές.
Μετά τις φωτιές έρχεται η ξηρασία
Η Morningstar DBRS επισημαίνει ότι η Ευρώπη θερμαίνεται ταχύτερα από τις υπόλοιπες ηπείρους, ενώ οι υψηλές θερμοκρασίες συνδυάζονται πλέον με ιδιαίτερα ξηρές συνθήκες σε μεγάλες περιοχές.
Καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει στο τέλος του, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τους καύσωνες και τις πυρκαγιές στην ξηρασία, η οποία εξελίσσεται σε δυνητικά μεγαλύτερη οικονομική απειλή.
Οι ξηρασίες γίνονται συχνότερες, μεγαλύτερης διάρκειας και εντονότερες, ενώ η οικονομική τους επίδραση δεν περιορίζεται στον αγροτικό τομέα. Μπορούν να πλήξουν τη βιομηχανική παραγωγή, τις μεταφορές, την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και το εμπόριο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούν πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις.
Η εικόνα στην Ευρώπη είναι ήδη ανησυχητική. Στην Αγγλία και την Ουαλία ο Ιούλιος του 2026 ήταν ο ξηρότερος που έχει καταγραφεί, ενώ στις αρχές Αυγούστου περίπου το 72% της Αγγλίας, μαζί με ολόκληρη την Ουαλία, βρισκόταν επισήμως σε συνθήκες ξηρασίας.
Στη Γαλλία, περισσότερο από 85% της χώρας βρισκόταν από τα μέσα Ιουλίου σε κατάσταση προειδοποίησης ή συναγερμού για ξηρασία. Ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν η Γερμανία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και χώρες των Βαλκανίων.
Έως μία μονάδα από την ανάπτυξη
Το οικονομικό κόστος μπορεί να είναι σημαντικό. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η Morningstar DBRS, περίπου 40% του πλανήτη αντιμετωπίζει πλέον συχνές και έντονες ξηρασίες, ενώ οι σχετικές οικονομικές απώλειες αυξάνονται διεθνώς με ετήσιο ρυθμό 3% έως 7,5%.
Μάλιστα, εκτιμάται ότι το κόστος μιας μέσης ξηρασίας το 2035 θα είναι τουλάχιστον 35% υψηλότερο σε σχέση με μια αντίστοιχη ξηρασία το 2025.
Ακόμη μεγαλύτερη σημασία έχει η επίδραση στην ανάπτυξη. Μελέτη του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου δείχνει ότι μια ακραία ξηρασία μπορεί να αφαιρέσει σχεδόν μία ποσοστιαία μονάδα από την αύξηση του ΑΕΠ βραχυπρόθεσμα.
Η επίπτωση είναι μεγαλύτερη από εκείνη ενός ακραίου καύσωνα, η οποία υπολογίζεται περίπου στις 0,5 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, ενώ οι οικονομίες φαίνεται ότι έχουν προσαρμοστεί καλύτερα στις υψηλές θερμοκρασίες τις τελευταίες δεκαετίες, η επίδραση των ξηρασιών γίνεται ολοένα πιο καταστροφική.
Γεωργία, ενέργεια και πληθωρισμός
Οι οικονομικές επιπτώσεις μεταδίδονται μέσω πολλών καναλιών. Η γεωργία είναι ο πρώτος και πλέον εμφανής τομέας, καθώς οι χαμηλές βροχοπτώσεις μειώνουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών. Ήδη Γαλλία και Ουγγαρία έχουν καταγράψει σημαντικές απώλειες στην παραγωγή σιτηρών, μεταξύ άλλων σε καλαμπόκι και σιτάρι.
Οι χαμηλές στάθμες των ποταμών δημιουργούν ταυτόχρονα προβλήματα στις εμπορευματικές μεταφορές, αυξάνοντας το κόστος logistics, ενώ η έλλειψη νερού μπορεί να επηρεάσει την υδροηλεκτρική παραγωγή αλλά και άλλες ενεργειακές εγκαταστάσεις.
Το αποτέλεσμα μπορεί να περάσει στις τιμές καταναλωτή μέσω ακριβότερων τροφίμων, υψηλότερου ενεργειακού κόστους και αυξημένων μεταφορικών δαπανών, μετατρέποντας την κλιματική πίεση και σε πληθωριστικό πρόβλημα.
Υπάρχει παράλληλα και δημοσιονομικό κόστος. Οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν αποζημιώσεις και μέτρα στήριξης για τους πληγέντες κλάδους, αλλά και να αυξήσουν τις επενδύσεις σε υποδομές ανθεκτικές στην κλιματική αλλαγή.
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα οι ακραίες θερμοκρασίες και οι ξηρασίες είναι πιθανό να επηρεάζουν όλο και περισσότερο την πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ. Μακροπρόθεσμα, το μέγεθος της ζημιάς θα εξαρτηθεί κυρίως από τις επενδύσεις στην προσαρμογή και την ανθεκτικότητα των οικονομιών.
Για την ώρα, πάντως, ο οίκος δεν βλέπει σημαντική άμεση απειλή για τις κρατικές πιστοληπτικές αξιολογήσεις, θεωρώντας ότι το κόστος παραμένει διαχειρίσιμο σε εθνικό επίπεδο. Για την Ελλάδα, όμως, η παρουσία στην πρώτη πεντάδα τόσο για τις απώλειες παραγωγικότητας από τους καύσωνες όσο και για τις ζημιές από τις πυρκαγιές δείχνει ότι ο κλιματικός κίνδυνος αποκτά πλέον σαφές οικονομικό αποτύπωμα.
