Μια έντονα επιβαρυμένη εικόνα για τους φορολογούμενους αποτυπώνουν τα στοιχεία του 2025 για τη Διεύθυνση Επίλυσης Φορολογικών Διαφορών (ΔΕΔ), καθώς το ποσοστό απορρίψεων προσφυγών εκτινάχθηκε στο 83%, με αποτέλεσμα 8 στις 10 αιτήσεις να απορρίπτονται. Πρόκειται για μια σημαντική απόκλιση από την πάγια εικόνα των προηγούμενων ετών, όπου περίπου 1 στους 3 φορολογούμενους δικαιωνόταν μέσω της διοικητικής διαδικασίας επανεξέτασης.
Η εξέλιξη αυτή, ωστόσο, δεν συνιστά απαραίτητα αλλαγή στάσης της διοίκησης, αλλά αντανακλά τη ριζική μεταβολή στη σύνθεση των υποθέσεων που εξετάστηκαν. Το 2025 καταγράφηκε μαζική εισροή προσφυγών που αφορούσαν το τεκμαρτό εισόδημα, κυρίως από ελεύθερους επαγγελματίες και επιστήμονες, οι οποίοι αμφισβήτησαν όχι μόνο επιμέρους φορολογικές πράξεις αλλά το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο.
Σημείο καμπής αποτέλεσαν οι αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβούλιο της Επικρατείας (1800–1802/2025), με τις οποίες κρίθηκε ότι το σύστημα τεκμαρτής φορολόγησης είναι συνταγματικά ανεκτό, περιορίζοντας δραστικά τα περιθώρια δικαίωσης των σχετικών προσφυγών. Η ΔΕΔ, ως διοικητικό όργανο, δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει τη συνταγματικότητα των νόμων, αλλά μόνο την ορθή εφαρμογή τους, γεγονός που εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αύξηση των απορρίψεων.
Τα στοιχεία της ΑΑΔΕ επιβεβαιώνουν τη μετατόπιση αυτή: το 2025 εξετάστηκαν 4.670 περισσότερες υποθέσεις σε σχέση με το 2024, ενώ απορρίφθηκαν 3.546 περισσότερες αιτήσεις, δηλαδή περίπου το 75% της επιπλέον εισροής. Η στατιστική επιδείνωση του ποσοστού δικαίωσης αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά σε αυτή τη συγκεκριμένη κατηγορία υποθέσεων.
Την ίδια ώρα, η χρονιά χαρακτηρίστηκε από μια άνευ προηγουμένου αύξηση του όγκου των προσφυγών, που έφθασε το 80% σε σχέση με το 2024, ξεπερνώντας συνολικά τις 11.000 αιτήσεις – το υψηλότερο επίπεδο από το 2016. Παρά την πίεση, η ΔΕΔ κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις στην ταχύτητα απονομής, καθώς το 99,2% των υποθέσεων εξετάστηκαν εντός της νόμιμης προθεσμίας των 120 ημερών.
Παράλληλα, η υπηρεσία επέδειξε αυξημένη παραγωγικότητα, εκδίδοντας 85% περισσότερες αποφάσεις από τις αναμενόμενες και 50% περισσότερες σε σχέση με το προηγούμενο έτος, απορροφώντας αποτελεσματικά τον αυξημένο φόρτο εργασίας.
Πίσω από τη φαινομενικά αρνητική εικόνα, ωστόσο, η βασική λειτουργία της ΔΕΔ παραμένει σταθερή. Εάν εξαιρεθούν οι υποθέσεις τεκμαρτής φορολόγησης, το ποσοστό δικαίωσης εξακολουθεί να κινείται κοντά στο 33%, επιβεβαιώνοντας ότι η υπηρεσία συνεχίζει να προσφέρει ουσιαστική διοικητική διέξοδο σε φορολογικές διαφορές που αφορούν ελέγχους, διαδικαστικά λάθη ή εσφαλμένες επιβαρύνσεις.
Η εικόνα του 2025 αποτυπώνει, τελικά, μια χρονιά διπλής ανάγνωσης: από τη μία πλευρά, ιστορικά υψηλό ποσοστό απορρίψεων λόγω ειδικών συνθηκών, και από την άλλη, ενίσχυση της αποτελεσματικότητας και της δυναμικής του θεσμού. Σε αυτό το πλαίσιο, η ΔΕΔ εξακολουθεί να διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο, προσφέροντας πραγματικό οικονομικό όφελος σε περίπου 1 στους 3 φορολογούμενους και ενισχύοντας τη διαφάνεια και την ομοιόμορφη εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας.




