Ένα νέο, ισχυρό κύμα πωλήσεων σαρώνει τις διεθνείς αγορές ομολόγων, ανεβάζοντας το κόστος με το οποίο δανείζονται κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και, τελικά, εκατομμύρια νοικοκυριά.
Στο επίκεντρο της αναταραχής βρίσκονται οι τίτλοι μεγάλης διάρκειας. Οι επενδυτές εμφανίζονται πλέον απρόθυμοι να δεσμεύσουν τα χρήματά τους για 20 ή 30 χρόνια χωρίς σημαντικά υψηλότερη απόδοση, καθώς φοβούνται ότι ο πληθωρισμός μπορεί να αποδειχθεί πιο επίμονος, τα κρατικά ελλείμματα να παραμείνουν διογκωμένα και οι εκδόσεις νέου χρέους να συνεχίσουν να αυξάνονται.
Οι πιέσεις δεν περιορίζονται σε μία χώρα. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Βρετανία και την Ιαπωνία, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια κοινή πραγματικότητα: η εποχή του σχεδόν δωρεάν μακροπρόθεσμου δανεισμού έχει τελειώσει.
Στο 5,32% το 30ετές αμερικανικό ομόλογο
Το ισχυρότερο προειδοποιητικό σήμα έρχεται από την αγορά των αμερικανικών κρατικών τίτλων. Η απόδοση του 30ετούς Treasury αυξήθηκε σχεδόν κατά 40 μονάδες βάσης από τα τέλη Ιουνίου και έφθασε στο 5,32%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από τα μέσα του 2007.
Η άνοδος της απόδοσης σημαίνει πτώση της τιμής των υφιστάμενων ομολόγων και ακριβότερο δανεισμό για το αμερικανικό Δημόσιο. Οι επιπτώσεις, όμως, δεν σταματούν στον κρατικό προϋπολογισμό.
Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος της οικονομίας. Όταν αυτές αυξάνονται, ασκούνται ανοδικές πιέσεις στα στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά επιτόκια, περιορίζοντας τη δυνατότητα χρηματοδότησης και επιβραδύνοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Η εξέλιξη αποκτά και πολιτική διάσταση για τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ και τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, καθώς η οικονομία εισέρχεται στην τελική ευθεία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου. Οι αγορές αναμένεται να εξετάσουν ακόμη πιο αυστηρά τις δημοσιονομικές δεσμεύσεις και το ενδεχόμενο νέων δαπανών.
Οι πιέσεις εξαπλώνονται σε Ευρώπη και Ασία
Το sell-off έχει αποκτήσει παγκόσμιες διαστάσεις. Στη Γαλλία, το κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού ανέβηκε στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008, ενώ στη Γερμανία οι αποδόσεις κινούνται σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2011.
Στη Βρετανία, οι αποδόσεις των αντίστοιχων κρατικών τίτλων πλησιάζουν το 6%, αυξάνοντας την πίεση στην κυβέρνηση και περιορίζοντας τα δημοσιονομικά περιθώρια για νέες παρεμβάσεις.
Ακόμη και στην Ιαπωνία, όπου τα επιτόκια παρέμειναν εξαιρετικά χαμηλά επί δεκαετίες, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων ομολόγων βρίσκονται κοντά σε ιστορικά υψηλά.
Η μέση απόδοση ενός διεθνούς χαρτοφυλακίου κρατικών ομολόγων επενδυτικής βαθμίδας έχει πλησιάσει το 4,5%, στο υψηλότερο σημείο από το 2015, όταν ξεκινά η σχετική καταγραφή του Bloomberg.
Γιατί οι επενδυτές πουλούν ομόλογα
Η σημερινή αναταραχή δεν έχει μία μόνο αιτία. Οι αγορές αντιδρούν σε έναν συνδυασμό οικονομικών και πολιτικών κινδύνων που έχουν περισσότερο διαρθρωτικό παρά προσωρινό χαρακτήρα.
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας, λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, αναζωπύρωσε τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό. Το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει το κόστος παραγωγής και μεταφορών και μπορεί να περάσει στις τελικές τιμές προϊόντων και υπηρεσιών.
Εάν οι πληθωριστικές πιέσεις επιμείνουν, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ και οι υπόλοιπες μεγάλες κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να κρατήσουν τα επιτόκια υψηλά για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Το ενδεχόμενο αυτό μειώνει την ελκυστικότητα των παλαιότερων ομολόγων, τα οποία έχουν εκδοθεί με χαμηλότερα επιτόκια.
Το ενεργειακό σοκ, ωστόσο, λειτούργησε περισσότερο ως επιταχυντής. Οι πιέσεις είχαν αρχίσει νωρίτερα και αντανακλούν βαθύτερες ανησυχίες για την πορεία του παγκόσμιου χρέους και την ικανότητα των κυβερνήσεων να συγκρατήσουν τις δαπάνες τους.
Τα ελλείμματα επιστρέφουν στο μικροσκόπιο
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι μεγάλες οικονομίες θα εξακολουθήσουν να καταγράφουν υψηλά ελλείμματα, αυξάνοντας συνεχώς τις εκδόσεις ομολόγων για να καλύψουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες.
Η αυξημένη προσφορά χρέους πιέζει τις τιμές των τίτλων προς τα κάτω και τις αποδόσεις προς τα πάνω. Ταυτόχρονα, μια επεκτατική δημοσιονομική πολιτική μπορεί να διατηρήσει ισχυρή τη ζήτηση στην οικονομία και να δυσκολέψει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: οι κυβερνήσεις εκδίδουν περισσότερο χρέος, οι επενδυτές απαιτούν υψηλότερη απόδοση και το αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Οι υπουργοί Οικονομικών αναγκάζονται να αναζητούν νέες ισορροπίες. Αρκετές χώρες μεταφέρουν μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης χρέους σε τίτλους μικρότερης διάρκειας, όπου το κόστος μπορεί να είναι χαμηλότερο. Η επιλογή αυτή, όμως, αυξάνει τις ανάγκες συχνότερης αναχρηματοδότησης και αφήνει τα κράτη περισσότερο εκτεθειμένα στις μελλοντικές μεταβολές των επιτοκίων.
Πώς η τεχνητή νοημοσύνη πιέζει τα κρατικά ομόλογα
Στην αναταραχή προστίθεται ένας νέος και φαινομενικά απρόσμενος παράγοντας: η έκρηξη των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι χρειάζονται τεράστια κεφάλαια για την κατασκευή data centers, την ανάπτυξη δικτύων, την αγορά προηγμένων επεξεργαστών και την εξασφάλιση της απαιτούμενης ενεργειακής ισχύος. Για να χρηματοδοτήσουν αυτά τα σχέδια, στρέφονται μαζικά στις αγορές εταιρικών ομολόγων.
Ο όγκος των νέων εταιρικών εκδόσεων κινείται με ρυθμό-ρεκόρ, αυξάνοντας την προσφορά τίτλων μεγάλης διάρκειας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ισχυρότερος ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα επενδυτικά κεφάλαια.
Οι επενδυτές μπορούν να επιλέξουν ανάμεσα σε κρατικούς τίτλους και ομόλογα μεγάλων, ισχυρών επιχειρήσεων. Για να παραμείνουν ανταγωνιστικά, τα κρατικά ομόλογα πρέπει να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις.
Χαρακτηριστικό της τάσης είναι ότι οι αμερικανικές εταιρείες δεν περιορίζονται πλέον στη Wall Street, αλλά αναζητούν κεφάλαια και σε αγορές του εξωτερικού. Η Alphabet, για παράδειγμα, προωθεί την πρώτη έκδοση χρέους της σε δολάρια Αυστραλίας, ύψους 5 δισ. δολαρίων Αυστραλίας, που αντιστοιχούν σε περίπου 3,6 δισ. δολάρια ΗΠΑ.
Λιγοστεύουν οι παραδοσιακοί αγοραστές
Την ίδια στιγμή που αυξάνεται η προσφορά κρατικού και εταιρικού χρέους, αλλάζει και η σύνθεση των επενδυτών που αγοράζουν μακροπρόθεσμα ομόλογα.
Για δεκαετίες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία αποτελούσαν σταθερούς αγοραστές τίτλων μεγάλης διάρκειας. Οι μακροχρόνιες επενδύσεις τούς επέτρεπαν να αντιστοιχίζουν τις μελλοντικές πληρωμές προς τους ασφαλισμένους με προβλέψιμες εισπράξεις από τόκους και αποπληρωμές ομολόγων.
Πλέον πολλά ασφαλιστικά συστήματα απομακρύνονται από τα προγράμματα καθορισμένων παροχών, ενώ νέοι κανονισμοί ενθαρρύνουν τη διοχέτευση μεγαλύτερου μέρους των κεφαλαίων σε μετοχές και άλλες κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων.
Οι κυβερνήσεις αναγκάζονται έτσι να βασίζονται περισσότερο σε ιδιώτες επενδυτές. Η νέα αυτή βάση αγοραστών είναι πολύ πιο ευαίσθητη στις μεταβολές των τιμών και ζητά μεγαλύτερη αποζημίωση για να αναλάβει τον κίνδυνο μιας επένδυσης διάρκειας 20 ή 30 ετών.
Σύμφωνα με εκτίμηση του Ανσούλ Πραντάν, επικεφαλής στρατηγικής αμερικανικών επιτοκίων της Barclays, η αλλαγή στη σύνθεση των αγοραστών την τελευταία δεκαετία εξηγεί περίπου 90 μονάδες βάσης από το ασφάλιστρο διάρκειας των 30ετών αμερικανικών ομολόγων.
Η Ιαπωνία παύει να λειτουργεί ως παγκόσμια «άγκυρα»
Ιδιαίτερη σημασία έχει η αλλαγή που συντελείται στην Ιαπωνία. Η χώρα αποτελούσε επί χρόνια την οικονομία των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων και λειτουργούσε ως μια μορφή «άγκυρας» για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η Τράπεζα της Ιαπωνίας, όμως, περιορίζει σταδιακά την παρουσία της στην αγορά ομολόγων, ενώ δέχεται κριτική ότι καθυστέρησε να αυξήσει τα επιτόκια για να αντιμετωπίσει τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παράλληλα, οι επενδυτές ανησυχούν για την αύξηση των κρατικών δαπανών και το υψηλότερο ενεργειακό κόστος. Καθώς ανεβαίνουν οι αποδόσεις των ιαπωνικών τίτλων, οι εγχώριοι επενδυτές αποκτούν ισχυρότερο κίνητρο να επαναφέρουν κεφάλαια από το εξωτερικό.
Μια τέτοια μετακίνηση μπορεί να περιορίσει ακόμη περισσότερο τη ζήτηση για αμερικανικά και ευρωπαϊκά ομόλογα, προκαλώντας νέα ανοδική πίεση στις διεθνείς αποδόσεις.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο πληθωρισμός
Παρότι ο πληθωρισμός αποτελεί βασική πηγή ανησυχίας, οι μακροπρόθεσμες πληθωριστικές προσδοκίες δεν έχουν εκτροχιαστεί στις περισσότερες μεγάλες οικονομίες.
Αυτό δείχνει ότι μεγάλο μέρος της αύξησης των αποδόσεων προέρχεται από το λεγόμενο ασφάλιστρο διάρκειας και από τις υψηλότερες πραγματικές αποδόσεις. Με απλά λόγια, οι επενδυτές ζητούν πλέον μεγαλύτερη αμοιβή, πέρα από την κάλυψη του πληθωρισμού, για να δεσμεύσουν τα χρήματά τους σε ένα ομόλογο για πολλές δεκαετίες.
Δεν φοβούνται μόνο ότι οι τιμές θα αυξηθούν. Ανησυχούν επίσης για το ύψος του χρέους, τις πολιτικές αποφάσεις, την προσφορά νέων τίτλων και την αβεβαιότητα που περιβάλλει τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων.
Τι σημαίνει το sell-off για κράτη, επιχειρήσεις και πολίτες
Η άνοδος των αποδόσεων δημιουργεί ένα νέο και ακριβότερο οικονομικό περιβάλλον. Για τις κυβερνήσεις σημαίνει μεγαλύτερες δαπάνες για τόκους και λιγότερα διαθέσιμα χρήματα για κοινωνικές παροχές, επενδύσεις ή φορολογικές μειώσεις.
Για τις επιχειρήσεις συνεπάγεται ακριβότερη χρηματοδότηση, καθώς οι εταιρικές εκδόσεις και τα τραπεζικά δάνεια τιμολογούνται σε σχέση με τα επιτόκια της κρατικής αγοράς. Οι περισσότερο χρεωμένες εταιρείες ή όσες χρειάζονται κεφάλαια για νέες επενδύσεις είναι οι πιο ευάλωτες.
Για τα νοικοκυριά, οι πιέσεις μπορούν να φθάσουν στα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια, καθώς και στη χρηματοδότηση μεγάλων αγορών. Αν το αυξημένο κόστος χρήματος διατηρηθεί, θα επηρεάσει σταδιακά την κατανάλωση, την αγορά κατοικίας και την ανάπτυξη.
Η πτώση δημιουργεί και επενδυτικές ευκαιρίες
Η μεγάλη υποχώρηση των τιμών έχει αρχίσει, πάντως, να κάνει τα μακροπρόθεσμα ομόλογα πιο ελκυστικά για ορισμένους διαχειριστές κεφαλαίων.
Οι υψηλότερες πραγματικές αποδόσεις προσφέρουν πλέον σημαντικότερο εισόδημα σε όσους μπορούν να διακρατήσουν τους τίτλους μέχρι τη λήξη τους και να αντέξουν τις ενδιάμεσες διακυμάνσεις.
Εάν η παγκόσμια οικονομία επιβραδυνθεί απότομα ή προκληθεί νέα αναταραχή στις μετοχές, τα κρατικά ομόλογα θα μπορούσαν να ανακτήσουν μέρος του παραδοσιακού τους ρόλου ως ασφαλές καταφύγιο.
Μέχρι τότε, όμως, το μήνυμα των αγορών είναι ξεκάθαρο: τα κράτη δεν διαθέτουν πλέον απεριόριστη και φθηνή πίστωση. Για να δανειστούν για δεκαετίες, πρέπει πλέον να πληρώνουν πολύ ακριβότερα — και αυτό το κόστος απειλεί να περάσει σε ολόκληρη την οικονομία.
