Οι πρόσθετοι δασμοί έως και 25% που ανακοίνωσε ο Donald Trump σε βάρος οκτώ ευρωπαϊκών χωρών επαναφέρουν στο προσκήνιο τον κίνδυνο κλιμάκωσης των εμπορικών εντάσεων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρώπης, με τους επενδυτικούς οίκους να επιχειρούν να αποτιμήσουν τον πιθανό αντίκτυπο στην ευρωπαϊκή ανάπτυξη και στις αγορές. Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, το πλήγμα για την οικονομία της Ευρώπης υπολογίζεται γύρω στις 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, στην περίπτωση που οι δασμοί εφαρμοστούν πλήρως και για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Ωστόσο, η πλειονότητα των αναλυτών εκφράζει σοβαρές αμφιβολίες ως προς το αν τα μέτρα θα τεθούν τελικά σε ισχύ. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται απρόθυμη να οδηγηθεί σε περαιτέρω κλιμάκωση, ενώ από την άλλη αρκετοί εκτιμούν ότι ο ίδιος ο Donald Trump ενδέχεται να οπισθοχωρήσει, είτε στο πλαίσιο μιας ακόμη στιγμής «TACO» – Trump Always Chickens Out – είτε λόγω της απόφασης του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ σχετικά με τις προεδρικές εξουσίες επιβολής δασμών. Παράλληλα, ξένοι αναλυτές επισημαίνουν ότι η υπόθεση της Γροιλανδίας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως καταλύτης για στενότερη ευρωπαϊκή ενοποίηση και αναζήτηση νέων γεωπολιτικών συμμαχιών.
Η Goldman Sachs εκτιμά ότι οι δασμοί τουλάχιστον 10% που έχουν ανακοινωθεί σε βάρος οκτώ ευρωπαϊκών χωρών θα επιφέρουν κόστος περίπου 0,1% στο ΑΕΠ της Ευρωζώνης. Για τις χώρες που επηρεάζονται άμεσα, ο αντίκτυπος εκτιμάται μεταξύ -0,1% και -0,2%, με τη Γερμανία να αντιμετωπίζει το μεγαλύτερο πλήγμα, το οποίο θα μπορούσε να φτάσει το 0,2% έως 0,3%. Οι οικονομολόγοι του οίκου υπογραμμίζουν, ωστόσο, ότι παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο εάν οι δασμοί θα εφαρμοστούν στην πράξη.
Αντίστοιχα επιφυλακτική εμφανίζεται και η Capital Economics, η οποία εκτιμά ότι, σε περίπτωση παρατεταμένης εφαρμογής, οι νέοι δασμοί θα μπορούσαν να αφαιρέσουν από 0,2% έως 0,5% από το ΑΕΠ της Ευρωζώνης, με τη Γερμανία να δέχεται τη μεγαλύτερη πίεση. Παρά ταύτα, ο οίκος δεν αναμένει ότι τα μέτρα θα υλοποιηθούν όπως ανακοινώθηκαν, ενώ θεωρεί πιθανό ότι και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα επιδείξει αυτοσυγκράτηση στα αντίποινα, ώστε να αποφευχθεί περαιτέρω κλιμάκωση.
Η ING επισημαίνει ότι ήδη παρατηρείται τάση μετατόπισης των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς άλλες αγορές, λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας σχετικά με τις Ηνωμένες Πολιτείες ως εξαγωγικό προορισμό. Παράλληλα, σημειώνει ότι οι χώρες που θα βρεθούν στο στόχαστρο των δασμών διαθέτουν περιθώρια παράκαμψης, διοχετεύοντας τα προϊόντα τους μέσω άλλων κρατών-μελών. Σε αυτό το πλαίσιο, τα βελγικά λιμάνια θα μπορούσαν να δουν αυξημένο όγκο διακινούμενων εμπορευμάτων, καθώς το Βέλγιο παραμένει στο καθεστώς δασμών 15%, ενώ γειτνιάζει με χώρες όπως η Ολλανδία και η Γαλλία, οι οποίες ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με επιβαρύνσεις έως και 25%. Συνολικά, σύμφωνα με την ING, πρόσθετοι δασμοί 25% θα μπορούσαν να μειώσουν την αύξηση του ευρωπαϊκού ΑΕΠ κατά περίπου 0,2 ποσοστιαίες μονάδες.
Η Deutsche Bank προειδοποιεί ότι, εφόσον οι απειλές υλοποιηθούν, η Ευρώπη θα υποστεί τόσο οικονομικές όσο και γεωπολιτικές επιπτώσεις. Ο οίκος δεν αποκλείει την ενεργοποίηση του anti-coercion instrument, του λεγόμενου «μπαζούκα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στον οικονομικό εξαναγκασμό, επισημαίνοντας ότι οι εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία ενδέχεται να επιταχύνουν τον ευρωπαϊκό συντονισμό και τη θεσμική ενοποίηση.
Η Berenberg Bank υπενθυμίζει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία είχε αντέξει καλύτερα από το αναμενόμενο τους προηγούμενους δασμούς της κυβέρνησης Trump. Παρ’ όλα αυτά, οι νέες απειλές θέτουν σε κίνδυνο εξαγωγές ύψους περίπου 350 δισ. δολαρίων από τις οκτώ χώρες προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την ίδια τη συνολική εμπορική συμφωνία ΗΠΑ–Ευρώπης. Οι πρόσθετοι δασμοί θα μπορούσαν να μειώσουν την ανάπτυξη κατά 0,1 έως 0,2 ποσοστιαίες μονάδες, αν και ο οίκος αμφισβητεί τη νομική βάση που θα επέτρεπε στον Trump να τους επιβάλει.
Από την πλευρά των αγορών, η JP Morgan εκτιμά ότι η συζήτηση γύρω από νέους δασμούς ενδέχεται να λειτουργήσει πρόσκαιρα ως αφορμή για μείωση θέσεων και επιδείνωση του κλίματος. Ωστόσο, θεωρεί ότι το θεμελιώδες σκηνικό παραμένει υποστηρικτικό, ιδίως ενόψει των καθησυχαστικών εταιρικών αποτελεσμάτων.
Η Barclays επισημαίνει ότι κλάδοι με αυξημένη έκθεση στους δασμούς, όπως η αυτοκινητοβιομηχανία και τα είδη πολυτελείας, καθώς και τομείς που έχουν υπεραποδώσει το τελευταίο διάστημα – όπως οι τράπεζες και τα ορυχεία – ενδέχεται να είναι ευάλωτοι σε κινήσεις κατοχύρωσης κερδών. Παράλληλα, ο οίκος εκτιμά ότι η επενδυτική λογική του TACO περιορίζει τον κίνδυνο μιας μεγάλης διόρθωσης αντίστοιχης με εκείνη της περιόδου της «Ημέρας Απελευθέρωσης».
Παρόμοια είναι και η εκτίμηση της Evercore ISI, σύμφωνα με την οποία οι αγορές μπορεί να δεχθούν βραχυπρόθεσμο πλήγμα, ωστόσο είτε το Ανώτατο Δικαστήριο θα περιορίσει τις εξουσίες επιβολής δασμών είτε ο Trump θα οδηγηθεί τελικά σε οπισθοχώρηση.
Σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η Amundi εκτιμά ότι οι κινήσεις της αμερικανικής πλευράς ενδέχεται να λειτουργήσουν ως καταλύτης για την επιτάχυνση της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και τη σύναψη νέων διεθνών συμμαχιών.
Τέλος, η Pictet Asset Management θεωρεί ότι η άνοδος της μεταβλητότητας στις αγορές θα είναι περιορισμένης διάρκειας, καθώς η Ευρώπη δεν διαθέτει τα μέσα για έναν πλήρους κλίμακας εμπορικό πόλεμο με τις Ηνωμένες Πολιτείες και, ως εκ τούτου, δεν αναμένεται να επιδιώξει ουσιαστική κλιμάκωση.