Το πιο σκληροπυρηνικό κομμάτι των Ρεπουμπλικάνων είχε συγχωρέσει τον Ντόναλντ Τραμπ για τις εξωσυζυγικές του σχέσεις, τις παραπομπές στα δικαστήρια και τις μαζικές απελάσεις, όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υιοθετήσει παρόμοια στάση μετά τον πόλεμο που ξεκίνησε ο Αμερικανός πρόεδρος στη Μέση Ανατολή
Την Τρίτη (17/3), ο Τζο Κεντ, διορισθείς από τον Τραμπ ως επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας των ΗΠΑ, λευκός εθνικιστής και ένθερμος υποστηρικτής του κινήματος MAGA, παραιτήθηκε από τη θέση του, κατακρίνοντας τη διεξαγωγή του πολέμου και όλες τις δικαιολογίες του προέδρου για την έναρξη της σύγκρουσης.
Στην επιστολή παραίτησης ξεκαθαρίζει ότι «δεν μπορώ με καθαρή συνείδηση να υποστηρίξω τον συνεχιζόμενο πόλεμο», τονίζοντας παράλληλα ότι «το Ιράν δεν αποτελούσε καμία άμεση απειλή για το έθνος μας και είναι σαφές ότι ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο λόγω πιέσεων από το Ισραήλ και το ισχυρό αμερικανικό λόμπι του».
Ο Τραμπ, όπως συνηθίζει, αντέδρασε έντονα, λέγοντας στους δημοσιογράφους ότι ήταν καλό που ο Κεντ παραιτήθηκε και ισχυρίστηκε ότι «κάθε χώρα αναγνώρισε το Ιράν ως απειλή».
Σε δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η γραμματέας Τύπου του Λευκού Οίκου, Καρολίν Λίβιτ, δήλωσε ότι η επιστολή παραίτησης του Κεντ ήταν γεμάτη ψευδείς ισχυρισμούς και υποστήριξε ότι ο Τραμπ «είχε ισχυρές και πειστικές αποδείξεις ότι το Ιράν επρόκειτο να επιτεθεί πρώτο στις Ηνωμένες Πολιτείες».
Όπως και να ‘χει, ο Κεντ δεν είναι ο μόνος στο κίνημα MAGA που έχει αμφιβολίες. Ο σκληροπυρηνικός δεξιός σχολιαστής Τάκερ Κάρλσον περιέγραψε την εκστρατεία στο Ιράν ως «αηδιαστική και κακή», ενώ η πρώην σύμμαχος του Τραμπ, Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, τάχθηκε υπέρ του Κεντ, αποκαλώντας τον «μεγάλο Αμερικανό ήρωα».
Μεταξύ των σκεπτικιστών για την έναρξη του πολέμου βρίσκεται και ο πρώην σύμβουλο του Τραμπ, Στιβ Μπάνον, όμως μέχρι στιγμής λίγοι εκλεγμένοι Ρεπουμπλικάνοι έχουν εκφράσει τη δυσαρέσκειά τους. Στη Γερουσία, μόνο ο Ραντ Πολ ψήφισε μαζί με τους Δημοκρατικούς για τον περιορισμό των πολεμικών εξουσιών του Τραμπ.
Αν όμως ο πόλεμος συνεχιστεί, οι Ρεπουμπλικάνοι ίσως βρεθούν υπό πίεση να διαχωρίσουν τη θέση τους από τον Τραμπ, καθώς οι πολίτες στο σύνολό τους δυσανασχετούν με τη σύγκρουση.
Μόνο το 24% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων – οι οποίοι είναι πιθανό να καθορίσουν το αποτέλεσμα στις επικείμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου – εγκρίνει τους χειρισμούς Τραμπ στο Ιράν, σύμφωνα με δημοσκόπηση των Economist / YouGov , ενώ το 63% την αποδοκιμάζει.
Άλλη δημοσκόπηση της Zeteo διαπίστωσε ότι το 52% των Αμερικανών, συμπεριλαμβανομένου ενός 26% μεταξύ Ρεπουμπλικάνων, πιστεύουν ότι ο Τραμπ είχε «τουλάχιστον κομματικά κίνητρα» να επιτεθεί στο Ιράν για να αποσπάσει την προσοχή από τα ερωτήματα σχετικά με τον Τζέφρι Έπσταϊν.
Δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικάνοι στη Βουλή και τη Γερουσία θα χρειαστούν ανεξάρτητους ψηφοφόρους για να διατηρήσουν τις έδρες τους στις εκλογές του Νοεμβρίου, μήπως το πολιτικό ένστικτο τους οδηγήσει να μιλήσουν κατά της σύγκρουσης; Και αν το κάνουν, πώς θα αντιδράσει ο Τραμπ; Θα είναι κάτι που θα έχει ενδιαφέρον να παρατηρείται καθώς συνεχίζεται η σύγκρουση στο Ιράν.
Πηγή: ΕΡΤNEWS, The Guardian
Η επικεφαλής της Υπηρεσίας Πληροφοριών «αδειάζει» τον Τραμπ – Το Ιράν δεν εμπλουτίζει ουράνιο από πέρσι το καλοκαίρι

Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες κατέληξαν την Τετάρτη στο συμπέρασμα ότι το Ιράν δεν προσπάθησε να ανασυγκροτήσει τις δυνατότητες εμπλουτισμού ουρανίου που καταστράφηκαν πέρσι από τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ, διαψεύδοντας έτσι μια βασική αιτιολόγηση του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τον πόλεμο.
Η Τάλσι Γκάμπαρντ, σύμμαχος του Τραμπ και διευθύντρια της εθνικής υπηρεσίας πληροφοριών, έστειλε αντιφατικά μηνύματα σχετικά με το πλαίσιο και τα αποτελέσματα των τριών εβδομάδων πολέμου, κατά την εμφάνισή της μαζί με άλλους αξιωματούχους ενώπιον του Κογκρέσου. Εκτίμησε επίσης ότι η ηγεσία του Ιράν παρέμεινε ανέπαφη.
Ωστόσο, δεν επανέλαβε το συμπέρασμα αυτό μπροστά στις κάμερες. Υπό την πίεση ενός Δημοκρατικού γερουσιαστή, η Γκάμπαρντ είπε ότι δεν είχε αρκετό χρόνο να διαβάσει την πλήρη κατάθεση κατά την ακρόαση, αλλά δεν αντέκρουσε την εκτίμηση.
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι διέταξε την επίθεση κατά του Ιράν μαζί με το Ισραήλ στις 28 Φεβρουαρίου λόγω «επικείμενης απειλής». Ο Τραμπ δήλωσε μετά τον βομβαρδισμό του Ιουνίου του 2025 ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν καταστρέψει πλήρως τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, αλλά από τότε που ξεκίνησε τον τελευταίο του πόλεμο υποστηρίζει ότι η Τεχεράνη βρισκόταν παρόλα αυτά λίγες εβδομάδες μακριά από την κατασκευή πυρηνικής βόμβας και ότι έπρεπε να δράσει.
Ο εποπτεύων οργανισμός του ΟΗΕ για τα πυρηνικά και οι περισσότεροι παρατηρητές δεν έχουν υποστηρίξει το συμπέρασμα ότι το Ιράν βρισκόταν κοντά στην κατασκευή πυρηνικής βόμβας, καθώς διαπραγματευόταν με τους απεσταλμένους του Τραμπ για μια συμφωνία τις ημέρες πριν από την επίθεση.
Ο Τζον Ράτκλιφ, διευθυντής της CIA, είπε στους γερουσιαστές όταν ρωτήθηκε για τις διαπραγματεύσεις: «Ήταν πολύ σαφές ότι το Ιράν, ενώ μιλούσε, δεν είχε καμία πρόθεση να προχωρήσει».
Η ίδια η Γκάμπαρντ υπήρξε ανοιχτή αντίπαλος του πολέμου με το Ιράν ως δημοκρατική βουλευτής.
Οι Δημοκρατικοί επιτέθηκαν στην Γκάμπαρντ για το θέμα του πολέμου, λέγοντας ότι δεν είχε αποδείξει ότι το Ιράν αποτελούσε απειλή πέραν αυτής που αποτελεί από την Ισλαμική Επανάσταση του 1979. «Ο Πρόεδρος Τραμπ είπε: «Δεν είμαστε οι αστυνομικοί του κόσμου». Με αυτό το σλόγκαν έτρεξε στις εκλογές», τόνισε ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μάικλ Μπένετ.
«Τώρα μας έχει μετατρέψει σε αστυνομικούς του κόσμου, σε ένορκους, σε δικαστές, σε εκτελεστές», πρόσθεσε. Στις δηλώσεις της προς τους γερουσιαστές, η Γκάμπαρντ είπε ότι το Ιράν είχε υποστεί βαριά πλήγματα κατά τη διάρκεια των εβδομάδων των επιθέσεων – οι οποίες περιλάμβαναν τη δολοφονία του μακροχρόνιου ανώτατου ηγέτη, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ – αλλά ότι η Ισλαμική Δημοκρατία εξακολουθούσε να λειτουργεί.
Η αμερικανική κοινότητα πληροφοριών «εκτιμά ότι το καθεστώς στο Ιράν είναι άθικτο αλλά σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωμένο λόγω των επιθέσεων κατά της ηγεσίας και των στρατιωτικών του δυνατοτήτων», δήλσε η Γκάμπαρντ. «Εάν ένα εχθρικό καθεστώς επιβιώσει, πιθανότατα θα επιδιώξει να ξεκινήσει μια πολυετή προσπάθεια για την ανασυγκρότηση του στρατού, των πυραύλων και των δυνάμεων UAV», συμπλήρωσε, αναφερόμενη στα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, ή drones.
Η Γκάμπαρντ προέβλεψε επίσης ότι η Ρωσία θα εντείνει την πίεση όσον αφορά την εισβολή της στην Ουκρανία, έναν πόλεμο που ο Τραμπ είχε ορκιστεί να τερματίσει μόλις αναλάβει τα καθήκοντά του, κυρίως πιέζοντας το Κίεβο να συμβιβαστεί.
Οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες «εκτιμούν ότι η Ρωσία έχει διατηρήσει το πλεονέκτημα στον πόλεμο κατά της Ουκρανίας», συνέχισε η Γκάμπαρντ. «Οι διαπραγματεύσεις υπό την ηγεσία των ΗΠΑ μεταξύ Μόσχας και Κιέβου βρίσκονται σε εξέλιξη. Μέχρι να επιτευχθεί μια τέτοια συμφωνία, η Μόσχα πιθανότατα θα συνεχίσει να διεξάγει έναν αργό πόλεμο», είπε.
Η Γκάμπαρντ δήλωσε επίσης ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν απειλή αν υπάρξει «ένα σπιράλ κλιμάκωσης» στην Ουκρανία ή αλλού, η οποία θα μπορούσε ενδεχομένως να οδηγήσει στη χρήση πυρηνικών όπλων.
Τόνισε ότι η Κίνα εκσυγχρονίζει «ταχέως» τον στρατό της με στόχο να καταλάβει την Ταϊβάν, την αυτοδιοικούμενη δημοκρατία που διεκδικεί το Πεκίνο. Ωστόσο, οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες «εκτιμούν ότι η Κίνα πιθανότατα προτιμά να δημιουργήσει τις συνθήκες για μια ενδεχόμενη ειρηνική επανένωση με την Ταϊβάν χωρίς σύγκρουση».
Ο Τραμπ σχεδιάζει να ταξιδέψει τις επόμενες εβδομάδες στην Κίνα, ένα ταξίδι που ανέβαλε λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Πηγή: Γαλλικό Πρακτορείο