Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν απειλεί να προκαλέσει ένα νέο ισχυρό σοκ στην παγκόσμια οικονομία, με αναζωπύρωση του πληθωρισμού, νέα άνοδο των επιτοκίων και απότομη επιβράδυνση της ανάπτυξης, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ιντερμίτ Γκιλ.
Σε συνέντευξή του στο Reuters, ο Γκιλ προειδοποίησε ότι το δυσμενέστερο σενάριο που είχε επεξεργαστεί η Παγκόσμια Τράπεζα στις προβλέψεις του Ιουνίου έχει πλέον σχεδόν υλοποιηθεί, καθώς οι εχθροπραξίες όχι μόνο δεν αποκλιμακώθηκαν, αλλά κλιμακώθηκαν σημαντικά μετά την κατάρρευση της εκεχειρίας του Απριλίου.
Ανάπτυξη μόλις 1,3% και πληθωρισμός στο 4,5%
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας, εάν η σύγκρουση παραταθεί για έξι μήνες ή περισσότερο, η παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να περιοριστεί μόλις στο 1,3%, από 2,9% το 2025, ενώ ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα εκτιναχθεί στο 4,5%.
Ο Γκιλ τόνισε ότι η νέα γεωπολιτική κρίση δεν επηρεάζει μόνο τις τιμές της ενέργειας, αλλά δημιουργεί ένα ευρύτερο κύμα πληθωριστικών πιέσεων που ενδέχεται να αναγκάσει τις κεντρικές τράπεζες να προχωρήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων.
Πλήγμα στις εφοδιαστικές αλυσίδες και στην αγροτική παραγωγή
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας επισήμανε ότι οι παρατεταμένες συγκρούσεις και οι ζημιές στις πετρελαϊκές υποδομές της Μέσης Ανατολής θα επηρεάσουν σοβαρά τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα διακοπής των εξαγωγών λιπασμάτων, ηλίου και θείου, πρώτων υλών ζωτικής σημασίας για τη γεωργία, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών των τροφίμων και σε επιδείνωση της επισιτιστικής ανασφάλειας.
Η σύγκρουση έχει ήδη κλιμακωθεί
Οι δηλώσεις του Γκιλ αποτελούν την πρώτη επίσημη τοποθέτηση υψηλόβαθμου στελέχους της Παγκόσμιας Τράπεζας μετά τη νέα έξαρση της κρίσης στη Μέση Ανατολή.
Όπως σημείωσε, οι αμερικανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν επιθέσεις σε στόχους στο νότιο και δυτικό Ιράν, ενώ η Τεχεράνη απάντησε με πλήγματα κατά αμερικανικών εγκαταστάσεων στο Μπαχρέιν, το Κουβέιτ και την Ιορδανία.
Παράλληλα, η ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ έχει διακοπεί εκ νέου, ενώ οι Χούθι της Υεμένης ανακοίνωσαν ναυτικό αποκλεισμό των σαουδαραβικών μεταφορών μέσω του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, δημιουργώντας νέους κινδύνους για το παγκόσμιο εμπόριο και τις αγορές ενέργειας.
Κίνδυνος νέας κρίσης χρέους
Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί ότι οι χώρες χαμηλού εισοδήματος και οι υπερχρεωμένες οικονομίες θα είναι οι πρώτες που θα δεχθούν τις συνέπειες.
Όπως ανέφερε ο Γκιλ, η άνοδος των επιτοκίων θα αυξήσει σημαντικά το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους, περιορίζοντας τις δημόσιες δαπάνες για υγεία, εκπαίδευση και κοινωνική προστασία.
«Ίσως απέχουμε λίγους μόνο μήνες από αυτή την εξέλιξη», δήλωσε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι μόλις ο πληθωρισμός επιταχυνθεί, πολλές υπερχρεωμένες οικονομίες θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης.
Σύμφωνα με τον ίδιο, εμφανίζονται ήδη τα πρώτα προειδοποιητικά σημάδια, καθώς αρκετές χώρες έχουν ζητήσει από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αύξηση της χρηματοδότησής τους, ενώ το Πακιστάν αιτήθηκε αυτή την εβδομάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες ειδική διευκόλυνση συναλλάγματος ύψους 10 δισ. δολαρίων.
Το 40% των αναπτυσσόμενων χωρών βρίσκεται σε κίνδυνο χρεοκοπίας
Η έκθεση της Παγκόσμιας Τράπεζας του Ιουνίου καταγράφει ότι το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος, δηλαδή 32 οικονομίες, βρίσκεται ήδη σε κατάσταση χρεοκοπίας ή αντιμετωπίζει υψηλό κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών του.
Ο αριθμός αυτός, σύμφωνα με τον Γκιλ, ενδέχεται να αυξηθεί σημαντικά εάν συνεχιστεί η άνοδος των επιτοκίων.
Ο ίδιος χαρακτήρισε την κατάσταση «μια αργή καταστροφή», επισημαίνοντας ότι ακόμη και οι χώρες που θα συνεχίσουν να εξυπηρετούν το χρέος τους θα αναγκαστούν να στερήσουν πολύτιμους πόρους από επενδύσεις σε εκπαίδευση, υγεία και υποδομές, υπονομεύοντας τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές τους προοπτικές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας, ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες διαμορφώθηκε στο 74% το 2025, έναντι περίπου 50%-55% πριν από την πανδημία, ενώ στις χώρες χαμηλού εισοδήματος ανήλθε στο 67%, από περίπου 40%.
Ο Γκιλ εκτίμησε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις θα απαιτηθούν ακόμη και στοχευμένες διαγραφές χρέους.
Οι μεγάλες οικονομίες αντέχουν – Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί ευκαιρία
Παρά τις ανησυχίες, ο επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας σημείωσε ότι οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία, εμφανίζονται μέχρι στιγμής πιο ανθεκτικές στις επιπτώσεις του πολέμου, καθώς διαθέτουν διαφορετικές πηγές στήριξης της οικονομικής τους δραστηριότητας.
Την ίδια στιγμή, εμφανίστηκε αισιόδοξος για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές των αναπτυσσόμενων χωρών λόγω της τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως ανέφερε, νέα ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας δείχνει ότι μόλις 10% του πληθυσμού στις φτωχότερες χώρες κινδυνεύει να επηρεαστεί αρνητικά από την εξάπλωση της AI, έναντι 30%-40% στις ανεπτυγμένες οικονομίες.
«Για τις αναπτυσσόμενες χώρες, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει τεράστιο όφελος», τόνισε ο Γκιλ, εκτιμώντας ότι η νέα τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την παραγωγικότητα και να συμβάλει στην επαναφορά της παγκόσμιας ανάπτυξης σε υψηλότερα επίπεδα, αν και αυτό δύσκολα θα συμβεί μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.
