Στάσιμη στο BBB η Ελλάδα στην αξιολόγηση της DBRS – Eπιδείνωση στο γεωπολιτικό εμπορικό περιβάλλον θα ασκήσει πίεση στις εξαγωγές

Την αξιολόγηση ΒΒΒ για Ελλάδα διατήρησε η DBRS, επιβεβαιώνοντας και το σταθερό outlook. Η βελτιωμένη εγχώρια ζήτηση, η αποκατάσταση του τραπεζικού τομέα και η αποτελεσματική εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΣΑΑ) υποστηρίζουν την οικονομία. Η χώρα βρίσκεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ όσον αφορά την επίτευξη των βασικών ορόσημων του Ταμείου Ανάκαμψης και στην απορρόφηση των κεφαλαίων του – ένα πακέτο 36,6 δισ. ευρώ (16% του ΑΕΠ) σε μορφή επιχορηγήσεων και δανείων.

Η σταθερή προοπτική αντικατοπτρίζει την άποψη της Morningstar DBRS ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για τις πιστοληπτικές διαβαθμίσεις είναι εξισορροπημένοι. Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,3% το 2024, απόδοση σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο ανάπτυξης 0,9% για ολόκληρη την ευρωζώνη, και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΕ) προβλέπει παρόμοια ανάπτυξη στην Ελλάδα φέτος.

Η ισχυρή εγχώρια ζήτηση ήταν ο βασικός μοχλός ανάπτυξης του ελληνικού ΑΕΠ, προερχόμενης κυρίως από την υγιή αύξηση της απασχόλησης και τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, μαζί με τα επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, έχουν οδηγήσει σε σταθερή μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Η ΕΕ αναμένει το χρέος να πέσει στο 141% του ΑΕΠ έως το 2026, από το 164% που καταγράφηκε το 2023.

Ωστόσο, όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, η απόδοση της ελληνικής οικονομίας εξαρτάται εν μέρει από εξωτερικές απειλές. Οποιαδήποτε περαιτέρω επιδείνωση στο γεωπολιτικό ή στο παγκόσμιο εμπορικό περιβάλλον που αποδυναμώνει την εξωτερική ζήτηση, θα ασκήσει αναπόφευκτα πίεση στις ελληνικές εξαγωγές και θα επηρεάσει την οικονομία στο σύνολό της.

Η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας υποστηρίζεται από το αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής της χώρας, και την ιδιότητά της ως μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και της ευρωζώνης. Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις έχουν εφαρμόσει σημαντικές μεταρρυθμίσεις που ενίσχυσαν τη διακυβέρνηση, βελτίωσαν το επιχειρηματικό περιβάλλον της χώρας και υποστήριξαν τη βιωσιμότητα του χρέους. Η ισχυρή πολιτική δέσμευση όλων των μεγάλων πολιτικών κομμάτων για μια συνετή δημοσιονομική πολιτική ενισχύει την πιστοληπτική της ποιότητα.

Το ΔΝΤ προβλέπει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα κυμαίνεται σε ένα μέσο 2,4% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος της δεκαετίας και ότι ο δείκτης του δημόσιου χρέους θα φτάσει το 125% έως το 2030. Οι πιστοληπτικές αξιολογήσεις της Ελλάδας, ωστόσο, περιορίζονται από τον ακόμη υψηλό δείκτη δημόσιου χρέους, το μικρό μέγεθος της οικονομίας της και το μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών που παραμένει υψηλό.

Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας αυξήθηκε κατά 2,3% τόσο το 2023 όσο και το 2024 και η ΕΕ αναμένει παρόμοια ανάπτυξη και για τα επόμενα δύο χρόνια. Ο ισχυρός ρυθμός της ελληνικής οικονομίας τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η αύξηση της απασχόλησης είναι σταθερή και το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε στο 8,0% τον Ιούλιο, από 9,8% ένα χρόνο νωρίτερα.

Οι κίνδυνοι για τις οικονομικές προοπτικές της Ελλάδας εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από εξωτερικές εξελίξεις. Αυτές περιλαμβάνουν την ευπάθεια σε ακραία καιρικά φαινόμενα, γεωπολιτικές συγκρούσεις και προστατευτιστική παγκόσμια εμπορική πολιτική.

Αν και η Ελλάδα έχει περιοσμένη άμεση εξαγωγική έκθεση στις ΗΠΑ, η άνοδος των διασυνοριακών δασμών αναμένεται να ασκήσει πίεση στην οικονομική δραστηριότητα σε όλη την Ευρώπη, με έμμεσες επιπτώσεις στη μικρή και ανοικτή οικονομία της Ελλάδας. Οποιαδήποτε επιπλέον διαταραχή του εμπορίου θα επηρεάσει αρνητικά τις εξαγωγικά προσανατολισμένες βιομηχανίες της Ελλάδας, και μια ακόμη ταχεία αύξηση στις τιμές της ενέργειας ή άλλων εμπορευμάτων θα δημιουργούσε επιπλέον πληθωριστική πίεση.

Οι εναρμονισμένες τιμές καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 3,7% ετησίως τον Ιούλιο. Ο πληθωρισμός βρίσκεται σε ανοδική τροχιά τους τελευταίους μήνες, προκαλούμενος πρωτίστως από τις αυξήσεις στο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και των υπηρεσιών. Αυτοί οι παράγοντες είναι πιθανό να επιμείνουν, και η ΕΕ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από το στόχο του 2% κατά τη διάρκεια του ορίζοντά της πρόβλεψης.

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια. Η υψηλότερη πιστωτική επέκταση και τα διαρθρωτικά υψηλότερα επιτόκια έχουν οδηγήσει σε υγιή κερδοφορία των τραπεζών.

Το σύστημα είναι επίσης πιο ανθεκτικό. Πρόσφατα σοκ, συμπεριλαμβανομένης της ενεργειακής κρίσης και της ταχείας αύξησης των επιτοκίων, δεν ανέστρεψαν τη σταθερή βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού.

Οι πωλήσεις και οι τιτλοποιήσεις δανείων στο πλαίσιο του προγράμματος «Ηρακλής» συνέβαλαν στη μείωση του μέσου ακαθάριστου δείκτη μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων στο 2,9% για τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες τον Ιούνιο 2025, από 32% το 2020.

Οι τράπεζες προστατεύονται περαιτέρω από τον συστημικό κίνδυνο διατηρώντας ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, κάτι που καταδεικνύεται από τα αποτελέσματα των πρόσφατων stress tests της EBA το 2025. Ο μέσος δείκτης κεφαλαίου CET1 για τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες ανήλθε σε 16,0% τον Ιούνιο 2025, από 11,8% το 2021.

Η απομείωση κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών στο βασικό και το δυσμενές σενάριο της EBA ήταν σημαντικά μικρότερη σε σύγκριση με τον μέσο όρο των συμμετεχουσών ευρωπαϊκών τραπεζών. Η ποιότητα των κεφαλαίων των τραπεζών θα συνεχίσει να βελτιώνεται καθώς τα Αναβαλλόμενα Φορολογικά Στοιχεία μειώνονται ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν.

ΕΠΟΜΕΝΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΙΣ

Η Moody’s (Baa3, σταθερό outlook)  αναμένεται να δημοσιοποιήσει την έκθεσή της την ερχόμενη Παρασκευή.