ΤτΕ: Οι κάρτες μειώνουν το κενό ΦΠΑ – Ζητά περισσότερα κίνητρα και ελέγχους

Την ανάγκη ενίσχυσης των ηλεκτρονικών συναλλαγών ως βασικού εργαλείου για την περαιτέρω αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής αναδεικνύει η Τράπεζα της Ελλάδος στην Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2026 που κατατέθηκε στη Βουλή, προτείνοντας μάλιστα τη διεύρυνση των κινήτρων προς τους καταναλωτές ώστε να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν κάρτες και άλλα ηλεκτρονικά μέσα πληρωμών, ιδιαίτερα σε κλάδους όπου εξακολουθούν να κυριαρχούν τα μετρητά.

Η κεντρική τράπεζα αναγνωρίζει τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια στη φορολογική συμμόρφωση, χάρη στην εξάπλωση των POS, την αύξηση των πληρωμών με κάρτες και τη σταδιακή υποχώρηση της χρήσης μετρητών. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η προσπάθεια δεν έχει ολοκληρωθεί και ζητά συνδυασμό φορολογικών κινήτρων για τους καταναλωτές και εντατικότερων ελέγχων, κυρίως σε δραστηριότητες με αυξημένη παρουσία ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολούμενων.

Όπως τονίζει η Τράπεζα της Ελλάδος, οι ηλεκτρονικές πληρωμές συμβάλλουν στην αποκάλυψη συναλλαγών που διαφορετικά θα παρέμεναν αδήλωτες, καθώς οι κινήσεις μέσω του τραπεζικού συστήματος είναι πλήρως ανιχνεύσιμες και περιορίζουν τις δυνατότητες απόκρυψης εισοδημάτων ή μη έκδοσης αποδείξεων.

Τα στοιχεία των τραπεζών επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη στροφή των πολιτών προς τις ψηφιακές πληρωμές. Στο τέλος Μαρτίου 2026 οι ενεργές κάρτες πληρωμών στην Ελλάδα έφθασαν τα 23,6 εκατομμύρια, αυξημένες κατά 6% σε ετήσια βάση, με τις χρεωστικές κάρτες να αντιπροσωπεύουν περίπου το 85% του συνόλου.

Παράλληλα, κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους πραγματοποιήθηκαν 658,3 εκατομμύρια συναλλαγές με κάρτες, αυξημένες κατά 11,7% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, ενώ η συνολική αξία τους ανήλθε στα 18,45 δισ. ευρώ, έναντι 16,7 δισ. ευρώ ένα χρόνο νωρίτερα.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το 73% των ηλεκτρονικών συναλλαγών στην Ελλάδα πραγματοποιείται μέσω καρτών, ποσοστό που κατατάσσει τη χώρα στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πίσω μόνο από την Πορτογαλία και την Κύπρο.

Η πρόοδος αυτή αποτυπώνεται και στη σημαντική μείωση του λεγόμενου «κενού ΦΠΑ». Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το κενό ΦΠΑ στην Ελλάδα περιορίστηκε στο 11,4% το 2023, από 24% το 2019, πλησιάζοντας πλέον τον ευρωπαϊκό μέσο όρο που διαμορφώνεται κοντά στο 9,5%.

Παρά τη βελτίωση, η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια περαιτέρω περιορισμού της φοροδιαφυγής. Για τον λόγο αυτό προτείνει την ευρύτερη χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών σε συνδυασμό με πιο στοχευμένους φορολογικούς ελέγχους σε επαγγελματικές δραστηριότητες όπου η χρήση μετρητών παραμένει υψηλή.

Παράλληλα, η έκθεση θέτει στο επίκεντρο και την ανάγκη διατήρησης ενός σταθερού και φιλικού προς τις επενδύσεις φορολογικού πλαισίου, προτείνοντας φορολογικά κίνητρα για δαπάνες έρευνας και ανάπτυξης, καθώς και επιταχυνόμενες αποσβέσεις για επενδύσεις πάγιου κεφαλαίου στη βιομηχανία.

Στο μέτωπο της ενεργειακής κρίσης, η ΤτΕ επισημαίνει ότι τυχόν πρόσθετα μέτρα στήριξης θα πρέπει να είναι αυστηρά στοχευμένα προς τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που πλήττονται περισσότερο από το αυξημένο ενεργειακό κόστος. Παράλληλα, προειδοποιεί ότι οι οριζόντιες παρεμβάσεις έχουν υψηλό δημοσιονομικό κόστος και περιορισμένη αποτελεσματικότητα, ενώ τυχόν μειώσεις φορολογικών συντελεστών θα πρέπει να συνοδεύονται από διαρθρωτικές παρεμβάσεις που θα διευρύνουν τη φορολογική βάση και θα ενισχύσουν την εισπραξιμότητα των φόρων.

Η κεντρική τράπεζα καταλήγει ότι η στόχευση, η αναλογικότητα και η δημοσιονομική ευελιξία πρέπει να αποτελούν τις βασικές αρχές κάθε έκτακτης παρέμβασης, ώστε να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά οι κρίσεις χωρίς να υπονομεύεται η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.