Σε ένα από τα πιο κρίσιμα ζητήματα για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας αναφέρθηκε ο CEO της Alpha Bank, κ. Βασίλης Ψάλτης, από το βήμα του Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, προσδιορίζοντας το επενδυτικό κενό της πράσινης μετάβασης στα 700 δισ. ευρώ ετησίως και υπογραμμίζοντας ότι οι τράπεζες από μόνες τους δεν μπορούν να καλύψουν αυτή τη χρηματοδοτική ανάγκη.
Ο ίδιος ανέδειξε τον καθοριστικό ρόλο της Ένωση Κεφαλαιαγορών, σημειώνοντας ότι μπορεί να αποτελέσει βασικό μηχανισμό χρηματοδότησης, ενώ παράλληλα τόνισε την ανάγκη η Ευρώπη να ξεπεράσει τη λογική των «εθνικών πρωταθλητών» και να κινηθεί προς μια πιο ενοποιημένη χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι περίπου μισό τρισεκατομμύριο ευρώ παραμένει «εγκλωβισμένο» εντός των κρατών-μελών λόγω εθνικών κανονισμών, περιορίζοντας τη δυνατότητα διασυνοριακής αξιοποίησης κεφαλαίων και επιτείνοντας το επενδυτικό έλλειμμα.
Ο κ. Ψάλτης περιέγραψε τις βασικές προκλήσεις μέσα από τρεις κρίσιμες ισορροπίες. Από τη μία, η πράσινη μετάβαση συγκρούεται με την ενεργειακή και βιομηχανική κυριαρχία, καθώς η Ευρώπη εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές τεχνολογίας – κυρίως από την Κίνα – γεγονός που περιορίζει την αυτονομία της. Από την άλλη, η επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας μέσω reshoring και δημιουργίας «ευρωπαϊκών πρωταθλητών» ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο συγκέντρωσης, εάν δεν υπάρξει διασυνοριακή διαφοροποίηση. Παράλληλα, η εφαρμογή αυστηρών κριτηρίων ESG στις ευρωπαϊκές τράπεζες τις τοποθετεί σε μειονεκτική θέση έναντι ανταγωνιστών από τις ΗΠΑ και την Ασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, υπογράμμισε ότι τα πράσινα έργα έχουν χαμηλότερες αποδόσεις, γεγονός που δημιουργεί πιέσεις στην κερδοφορία των τραπεζών και στις αποδόσεις των μετόχων, ενώ απαιτείται μεγαλύτερη συμμετοχή κεφαλαίων τύπου equity για την απορρόφηση του ρίσκου.
Καθοριστικής σημασίας, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι η μετάβαση από ένα τραπεζοκεντρικό μοντέλο χρηματοδότησης σε ένα μοντέλο βασισμένο στις αγορές. Όπως επεσήμανε, στις ΗΠΑ το 75% της χρηματοδότησης των επιχειρήσεων προέρχεται από τις κεφαλαιαγορές, ενώ στην Ευρώπη το αντίστοιχο ποσοστό καλύπτεται από τις τράπεζες, οι οποίες λόγω της φύσης τους – διαχείριση καταθέσεων – λειτουργούν πιο συντηρητικά.
Στα εργαλεία που μπορούν να ενισχύσουν τη χρηματοδότηση, ξεχώρισε η τιτλοποίηση (securitization), που επιτρέπει στις τράπεζες να απελευθερώνουν κεφάλαια, καθώς και τα πράσινα ομόλογα, τα οποία μπορούν να στηρίξουν καινοτόμα έργα όπως το υδρογόνο και οι τεχνολογίες δέσμευσης άνθρακα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις, σημειώνοντας ότι περίπου 400 δισ. ευρώ ετησίως κατευθύνονται προς τις ΗΠΑ, δηλαδή περίπου το 25% των συνολικών αποταμιεύσεων, εξαιτίας της έλλειψης βαθιών και ενοποιημένων κεφαλαιαγορών στην Ευρώπη. Η ενοποίηση φορολογικών και κανονιστικών πλαισίων, όπως ανέφερε, θα μπορούσε να αναστρέψει αυτή την τάση και να ενισχύσει την επενδυτική βάση εντός Ευρώπης.
Παράλληλα, χαρακτήρισε την Ένωση Κεφαλαιαγορών ως το «ιερό δισκοπότηρο» της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, επισημαίνοντας ωστόσο τα σημαντικά εμπόδια, όπως οι διαφωνίες για την εποπτεία, τα φορολογικά ζητήματα και το λεγόμενο home bias, δηλαδή την προτίμηση επενδύσεων στις εγχώριες αγορές.
Ο κ. Ψάλτης αναφέρθηκε επίσης στη διαχρονική υποχώρηση της ευρωπαϊκής τραπεζικής ισχύος, σημειώνοντας ότι το 2006 οι 6 από τις 10 μεγαλύτερες τράπεζες παγκοσμίως ήταν ευρωπαϊκές, ενώ σήμερα μόλις 5 βρίσκονται στις πρώτες 20. Η εξέλιξη αυτή, όπως τόνισε, συνδέεται άμεσα με την επιλογή ενίσχυσης της εθνικής ανθεκτικότητας έναντι της ευρωπαϊκής ενοποίησης.
Το χάσμα ανάπτυξης με τις ΗΠΑ παραμένει έντονο, καθώς από το 2008 η αμερικανική οικονομία έχει αναπτυχθεί κατά 87%, έναντι μόλις 13,5% στην Ευρώπη, γεγονός που μεταφράζεται σε σημαντικές αποκλίσεις στο κατά κεφαλήν εισόδημα και στις προοπτικές ανάπτυξης.
Επιπλέον, επεσήμανε ότι περίπου μισό τρισ. ευρώ κεφαλαίων παραμένει δεσμευμένο σε θυγατρικές τραπεζών λόγω εθνικών περιορισμών, ενώ οι διαδικασίες συγχωνεύσεων στην Ευρώπη διαρκούν κατά μέσο όρο 285 ημέρες, έναντι μόλις 85 ημερών στην Ελβετία, καταδεικνύοντας τη δυσκαμψία του ρυθμιστικού πλαισίου.
Ως παράδειγμα επιτυχημένης διασυνοριακής συνεργασίας, ανέφερε τη συνεργασία της Alpha Bank με τη UniCredit, η οποία περιλαμβάνει και τη συμμετοχή της δεύτερης με ποσοστό 9% στο μετοχικό κεφάλαιο της ελληνικής τράπεζας. Όπως τόνισε, η συνεργασία αυτή ενίσχυσε την πρόσβαση ελληνικών επιχειρήσεων σε ευρωπαϊκές αγορές και προσέφερε στα νοικοκυριά προϊόντα υψηλότερης ποιότητας.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το παράδειγμα αυτό αποδεικνύει πως η ευρωπαϊκή ενοποίηση στον τραπεζικό τομέα μπορεί να λειτουργήσει στην πράξη, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα, τη χρηματοδότηση και τη συνολική ανθεκτικότητα του συστήματος, τονίζοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι ο έλεγχος, αλλά η συνεργασία και η σωστή στρατηγική κατεύθυνση




