Αισιόδοξες προοπτικές για την πορεία του κόστους δανεισμού της Ελλάδας σκιαγραφεί η Capital Economics, εκτιμώντας ότι η χώρα θα συνεχίσει να κερδίζει έδαφος στις αγορές ομολόγων τα επόμενα χρόνια. Το spread του ελληνικού 10ετούς ομολόγου αναμένεται να υποχωρήσει στις 50 μονάδες βάσης έως το τέλος του 2026, από περίπου 70 μονάδες σήμερα, επιβεβαιώνοντας τη σταθερή βελτίωση της επενδυτικής εικόνας της χώρας.
Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η πρόβλεψη για τη μεσοπρόθεσμη πορεία, καθώς οι αναλυτές εκτιμούν ότι έως τα τέλη του 2027 το ελληνικό spread θα διαμορφωθεί χαμηλότερα από εκείνα της Ιταλίας και της Γαλλίας, κοντά στις 60 μονάδες βάσης. Η εξέλιξη αυτή αντικατοπτρίζει τη σημαντική πρόοδο στα δημόσια οικονομικά και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές.
Παρά τη γενικότερη αποκλιμάκωση των spreads στην Ευρωζώνη μετά τις αναταράξεις των τελευταίων ετών, αυτά εξακολουθούν να παραμένουν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, κυρίως λόγω γεωπολιτικών κινδύνων. Οι εντάσεις στη Μέση Ανατολή και οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά έχουν επηρεάσει ιδιαίτερα τις χώρες με υψηλό χρέος, οδηγώντας σε μεγαλύτερη μεταβλητότητα στα ομόλογά τους.
Σύμφωνα με το βασικό σενάριο της Capital Economics, η κατάσταση αναμένεται να βελτιωθεί σταδιακά. Η πιθανή αποκλιμάκωση της κρίσης και η πτώση των τιμών ενέργειας θα συμβάλουν σε περαιτέρω μείωση των spreads εντός του 2026, ακόμη και αν οι τιμές δεν επιστρέψουν πλήρως στα προ κρίσης επίπεδα. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι ο δημοσιονομικός αντίκτυπος θα παραμείνει διαχειρίσιμος σε βάθος χρόνου.
Αντίθετα, πιο επιβαρυμένη εμφανίζεται η εικόνα για άλλες μεγάλες οικονομίες της Ευρωζώνης. Η Ιταλία και η Γαλλία αναμένεται να αντιμετωπίσουν αυξημένες πιέσεις στα spreads τους, λόγω των διαρθρωτικών προκλήσεων που εξακολουθούν να χαρακτηρίζουν τα δημόσια οικονομικά τους. Στην Ιταλία, το υψηλό επίπεδο χρέους παραμένει βασικός παράγοντας κινδύνου, καθώς το κόστος εξυπηρέτησής του εκτιμάται ότι θα συνεχίσει να υπερβαίνει τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.
Στην περίπτωση της Γαλλίας, αν και το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι χαμηλότερο σε σύγκριση με την Ιταλία, το υψηλό δημοσιονομικό έλλειμμα –άνω του 5% του ΑΕΠ– σε συνδυασμό με την πολιτική αβεβαιότητα, περιορίζει τις δυνατότητες άμεσης προσαρμογής. Οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό, τόσο στη Γαλλία όσο και στην Ιταλία, αποτελούν κρίσιμο παράγοντα για τη μελλοντική πορεία των αγορών ομολόγων.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα παραμένει επίσης στο επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς μια ενδεχόμενη κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική. Σε ένα τέτοιο δυσμενές σενάριο, το κόστος δανεισμού για τα κράτη της Ευρωζώνης θα αυξανόταν, επηρεάζοντας αρνητικά τις αγορές.
Ωστόσο, η συνολική εικόνα για την Ελλάδα παραμένει θετική. Η βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, η ενίσχυση της ανάπτυξης και η αυξημένη εμπιστοσύνη των επενδυτών δημιουργούν τις προϋποθέσεις για περαιτέρω αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού, φέρνοντας τη χώρα σε πιο ισχυρή θέση σε σχέση με άλλες οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου.
Παράλληλα, θετικές προοπτικές διακρίνει η Capital Economics και για την Ισπανία και την Πορτογαλία, χώρες που επίσης έχουν βελτιώσει τη δημοσιονομική τους εικόνα τα τελευταία χρόνια. Η σύγκλιση των οικονομιών της περιφέρειας με τον ευρωπαϊκό πυρήνα φαίνεται να επιταχύνεται, ενισχύοντας τη σταθερότητα της Ευρωζώνης συνολικά.




