Καλάβρυτα: Ο θησαυρός που ήθελε να πουλήσει ο ηγούμενος της Μονής Μεγάλου Σπηλαίου

Ένα αληθινό «θησαυροφυλάκιο» θρησκευτικών και αρχαιολογικών κειμηλίων αποκαλύφθηκε κατά τις έρευνες της ΕΛ.ΑΣ., που ακολούθησαν τις συλλήψεις μελών εγκληματικής οργάνωσης με επικεφαλής τον ηγούμενο του Μεγάλου Σπηλαίου. Οι αστυνομικοί εντόπισαν δεκάδες αντικείμενα μεγάλης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας, αποδεικνύοντας την έκταση και την οργάνωση της παράνομης δραστηριότητας.

Ξεκίνησε καταγραφή σε μονές και εκκλησίες για να διαπιστωθεί αν έχουν εξαφανιστεί πολύτιμα κειμήλια

Πιο συγκεκριμένα βρέθηκαν και κατασχέθηκαν, μεταξύ άλλων, 264 νομίσματα, 14 θρησκευτικές εικόνες, 2 Ιερά Ευαγγέλια και θρησκευτικό βιβλίο του 18ου αιώνα, 2 κυνηγετικά όπλα, 262 κυνηγετικά φυσίγγια και 12.810 ευρώ.

Για την σύλληψη της οργάνωσης πραγματοποιήθηκε συντονισμένη αστυνομική επιχείρηση την Κυριακή (7/9), σε περιοχές της Πελοποννήσου, στο πλαίσιο της οποίας συνελήφθησαν συνολικά 6μέλη της, μεταξύ των οποίων Ηγούμενος Ιεράς Μονής.

Σε βάρος τους σχηματίσθηκε δικογραφία -κατά περίπτωση- για εγκληματική οργάνωση, υπεξαίρεση, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, όπλα, καθώς και παραβάσεις των νομοθεσιών περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς και περί ανιχνευτών μετάλλων.

Προηγήθηκε κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριών, από την περαιτέρω ανάλυση των οποίων, με ειδικές ανακριτικές τεχνικές, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, είχαν συστήσει και ενταχθεί σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική οργάνωση, με σκοπό τον εντοπισμό, απόκτηση και περαιτέρω διάθεση προς πώληση, αρχαιοτήτων, σε Ελλάδα και εξωτερικό, για την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.

Ως προς τον τρόπο δράσης (modus operandi), μέλη της οργάνωσης εντόπιζαν άτομα τα οποία διέθεταν αρχαία αντικείμενα που διατίθεντο να προβούν στην πώλησή τους και τους έφερναν σε επαφή με έτερο μέλος, ο οποίος εμφανιζόταν ως δήθεν ειδικός εκτιμητής.

Σε βάρος τους σχηματίσθηκε δικογραφία -κατά περίπτωση- για εγκληματική οργάνωση, υπεξαίρεση, αποδοχή και διάθεση προϊόντων εγκλήματος, όπλα, καθώς και παραβάσεις των νομοθεσιών περί προστασίας των αρχαιοτήτων και εν γένει της Πολιτιστικής Κληρονομιάς και περί ανιχνευτών μετάλλων.

Προηγήθηκε κατάλληλη αξιοποίηση πληροφοριών, από την περαιτέρω ανάλυση των οποίων, με ειδικές ανακριτικές τεχνικές, προέκυψε ότι οι κατηγορούμενοι, τουλάχιστον από τον Ιούλιο του 2025, είχαν συστήσει και ενταχθεί σε δομημένη και με διαρκή δράση εγκληματική οργάνωση, με σκοπό τον εντοπισμό, απόκτηση και περαιτέρω διάθεση προς πώληση, αρχαιοτήτων, σε Ελλάδα και εξωτερικό, για την αποκόμιση παράνομου οικονομικού οφέλους.

Ως προς τον τρόπο δράσης (modus operandi), μέλη της οργάνωσης εντόπιζαν άτομα τα οποία διέθεταν αρχαία αντικείμενα που διατίθεντο να προβούν στην πώλησή τους και τους έφερναν σε επαφή με έτερο μέλος, ο οποίος εμφανιζόταν ως δήθεν ειδικός εκτιμητής.

Στη συνέχεια, αφού ολοκλήρωναν την αγοραπωλησία και έπαιρναν στην κατοχή τους τα αρχαία, προέβαιναν στην πώλησή τους, μέσω άγνωστων συνδέσμων της οργάνωσης, στο εξωτερικό.

Από τις έρευνες προέκυψε και ο ρόλος κάθε μέλους της οργάνωσης:

•       69χρονος είχε αρχηγικό ρόλο, λαμβάνοντας τις τελικές αποφάσεις σχετικά με τις αγοραπωλησίες και την κοστολόγηση των αρχαιοτήτων, ενώ εμφανιζόταν ως δήθεν εκτιμητής,

•       59χρονος και 66χρονος, ήταν επιφορτισμένοι με την εύρεση ατόμων που κατείχαν αρχαία αντικείμενα και προτίθεντο να προβούν στην πώληση αυτών, ενώ ο δεύτερος προέβαινε και σε αρχαιολογικές έρευνες και ανασκαφές,

•       3 άτομα (39, 63 και 64 ετών) ήταν κάτοχοι αρχαίων αντικειμένων, (Ευαγγέλια, αρχαία βιβλία και νομίσματα και βυζαντινές εικόνες), τα οποία είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν στα έτερα μέλη.

Σημειώνεται ότι ο ανωτέρω 63χρονος τυγχάνει Ηγούμενος Ιεράς Μονής της Αχαΐας, ενώ ο 39χρονος ιερομόναχος της ίδιας Μονής.