H βαθμολογία του οίκου Scope Ratings για την πιστοληπτική ικανότητα της ελληνικής οικονομίας παρέμεινε στο «BBB» με θετικές προοπτικές σε μια φάση που ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται και οι οικονομικές συνέπειες πολλαπλασιάζονται. Η Scope επισημαίνει ότι μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας, λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή, θα επηρεάσει δυσανάλογα την Ελλάδα, εξαιτίας της εξάρτησής της από το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο, με αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη και τον πληθωρισμό.
Η πιστοληπτική αξιολόγηση “BBB” της Ελλάδας στηρίζεται σε τρεις βασικούς πυλώνες:
Δεύτερον, στη ευνοϊκή δομή του δημόσιου χρέους, με μεγάλες διάρκειες ωρίμανσης, κυρίως σταθερά επιτόκια, σημαντικά ταμειακά αποθέματα και υψηλή συμμετοχή του επίσημου τομέα στη χρηματοδότηση.
Τρίτον, στη στήριξη από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου του Ευρωσυστήματος ως αξιόπιστου μηχανισμού νομισματικής και ρευστότητας, καθώς και των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που ενισχύουν επενδύσεις, ενεργειακή μετάβαση και μεταρρυθμίσεις.
ΔΗΜΟΣΙΟ ΧΡΕΟΣ – ΓΗΡΑΝΣΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
Την ίδια στιγμή, εξακολουθούν να υφίστανται σημαντικές προκλήσεις. Το υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους παραμένει βασική ευπάθεια, παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωσή του, καθώς η επιβράδυνση της ανάπτυξης και η αύξηση των δαπανών λόγω γήρανσης του πληθυσμού ενδέχεται να περιορίσουν τον ρυθμό μείωσης. Παράλληλα, διαρθρωτικοί περιορισμοί, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και οι δημογραφικές πιέσεις, επιβαρύνουν τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης.
ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΤΡΕΧΟΥΣΩΝ ΣΥΝΑΛΛΑΓΩΝ
Επιπλέον, τo έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και η αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση, αντανακλούν μια οικονομία εξαρτημένη από υπηρεσίες και εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Το σημαντικό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αντανακλά την ισχυρή ζήτηση για εισαγωγές, ιδιαίτερα ενέργειας, καθώς και τη δομή της οικονομίας που βασίζεται στον τουρισμό και στις εισροές κεφαλαίων. Η διατήρηση της ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα προϋποθέτει συνέχιση των μεταρρυθμίσεων, σταθερές επενδύσεις πέραν του ορίζοντα του NextGenerationEU και ενίσχυση της παραγωγικότητας.
Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν. Μετά το 2030, ο ρυθμός μείωσης του χρέους αναμένεται να επιβραδυνθεί, καθώς η ανάπτυξη υποχωρεί, οι δαπάνες για τη γήρανση αυξάνονται και το κόστος εξυπηρέτησης ενισχύεται. Υπό το βασικό σενάριο της Scope, το χρέος μειώνεται πιο αργά προς περίπου 120% του ΑΕΠ έως το 2035, παραμένοντας υψηλό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η θετική προοπτική της αξιολόγησης αντανακλά την εκτίμηση ότι οι κίνδυνοι για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι περισσότερο ανοδικοί.
Στο θετικό σενάριο, η αξιολόγηση θα μπορούσε να ενισχυθεί περαιτέρω εφόσον επιτευχθεί διατηρήσιμη και ουσιαστική μείωση του λόγου χρέους μέσω συνεχιζόμενων πρωτογενών πλεονασμάτων και συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης, καθώς και εάν βελτιωθούν οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξης και η εξωτερική ανθεκτικότητα μέσω μεταρρυθμίσεων, αυξημένων επενδύσεων, βελτίωσης του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών και περαιτέρω ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος.
Αντίθετα, καθοδικοί κίνδυνοι θα μπορούσαν να προκύψουν από επιβράδυνση ή αντιστροφή της μείωσης του δημόσιου χρέους λόγω χαλάρωσης της δημοσιονομικής πειθαρχίας ή ασθενέστερης ανάπτυξης, καθώς και από επιδείνωση της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας, με σημαντική επιδείνωση των εξωτερικών ισορροπιών ή αναζωπύρωση κινδύνων στον τραπεζικό τομέα.
Βέβαια, το δημοσιονομικό προφίλ ενισχύεται περαιτέρω από τη δομή του χρέους, με πολύ μεγάλες ωριμάνσεις, κυρίως σταθερά επιτόκια και υψηλή συμμετοχή του επίσημου τομέα, στοιχεία που περιορίζουν τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. Τα ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα και η βελτίωση του τραπεζικού συστήματος ενισχύουν επίσης τη χρηματοπιστωτική ανθεκτικότητα.




