Ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, παρά την αυξανόμενη γεωπολιτική αβεβαιότητα που προκαλεί η αναζωπύρωση της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με την τελευταία έκθεση της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών. Η εικόνα αυτή στηρίζεται κυρίως στην ισχυρή κεφαλαιακή βάση, την υψηλή ρευστότητα και τη σημαντικά βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού των τραπεζών.
Η συνολική άμεση έκθεση των τραπεζών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στη Μέση Ανατολή διαμορφώθηκε στα 132 δισ. ευρώ στο τέλος του 2025, αντιπροσωπεύοντας λιγότερο από το 0,5% του συνολικού ενεργητικού. Από το ποσό αυτό, περίπου 47 δισ. ευρώ αφορούν δάνεια προς τράπεζες και άλλους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ενώ περίπου 33 δισ. ευρώ κατευθύνονται προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Σε επίπεδο χωρών, τη μεγαλύτερη έκθεση εμφανίζουν οι γαλλικές τράπεζες με 60,8 δισ. ευρώ, ενώ ακολουθούν οι γερμανικές με 18,9 δισ. ευρώ, οι ισπανικές με 18,6 δισ. ευρώ, οι ιταλικές με 13,7 δισ. ευρώ και οι ολλανδικές με 12,6 δισ. ευρώ. Στον αντίποδα, οι τέσσερις ελληνικές συστημικές τράπεζες καταγράφουν συνολική έκθεση μόλις 562 εκατ. ευρώ, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η άμεση έκθεσή τους στον συγκεκριμένο γεωγραφικό κίνδυνο παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη και διαχειρίσιμη.
Ωστόσο, παρά τη χαμηλή άμεση έκθεση, οι έμμεσοι κίνδυνοι από τη γεωπολιτική ένταση δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών προειδοποιεί ότι μια πιθανή περαιτέρω κλιμάκωση της κρίσης θα μπορούσε να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις στην οικονομία. Οι βασικοί κίνδυνοι συνδέονται με ενδεχόμενη αύξηση των τιμών ενέργειας, ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας και διαταραχές στις αλυσίδες εφοδιασμού. Οι εξελίξεις αυτές αναμένεται να επηρεάσουν κυρίως ενεργοβόρους κλάδους, όπως οι μεταφορές, οι κατασκευές και η μεταποίηση, γεγονός που μεταφράζεται σε έμμεση πίεση και για τις τράπεζες μέσω της επιδείνωσης της πιστοληπτικής ικανότητας των δανειοληπτών.
Σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη μεγέθη, η κεφαλαιακή επάρκεια των ευρωπαϊκών τραπεζών παραμένει ισχυρή, με τον δείκτη κοινών μετοχών κατηγορίας 1 (CET1) να διαμορφώνεται στο 16,3%. Τα σταθμισμένα ως προς τον κίνδυνο στοιχεία ενεργητικού αυξήθηκαν οριακά, ξεπερνώντας τα 10,2 τρισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας την ύπαρξη σημαντικών κεφαλαιακών «μαξιλαριών» που μπορούν να απορροφήσουν ενδεχόμενες ζημίες ακόμη και σε ένα πιο δυσμενές περιβάλλον.
Η κερδοφορία του κλάδου διατηρείται σε ικανοποιητικά επίπεδα, με την απόδοση ιδίων κεφαλαίων να διαμορφώνεται στο 10,4%, ενώ το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο παρουσίασε μικρή ανάκαμψη στο 1,6%, υποδηλώνοντας σταθεροποίηση μετά την πτωτική τάση των προηγούμενων περιόδων. Ωστόσο, αυξημένος εμφανίζεται ο δείκτης κόστους προς έσοδα, γεγονός που αντανακλά την άνοδο των λειτουργικών δαπανών και αποτελεί βασικό σημείο προσοχής για τη συνέχεια.
Σημαντική πρόοδος καταγράφεται και στην ποιότητα ενεργητικού, με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια να μειώνονται στα 370 δισ. ευρώ και τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 1,8%. Παράλληλα, τα δάνεια Σταδίου 2 υποχώρησαν στο 9,1%, εξέλιξη που επιβεβαιώνει τη βελτίωση των ισολογισμών και τη μείωση των κινδύνων, ιδιαίτερα σημαντική για τις ελληνικές τράπεζες που έχουν προχωρήσει σε εκτεταμένη εξυγίανση τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή, οι συνθήκες ρευστότητας παραμένουν ιδιαίτερα ευνοϊκές. Ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας διαμορφώθηκε στο 163,1%, ενώ ο δείκτης καθαρής σταθερής χρηματοδότησης ανήλθε στο 126,9%, επιβεβαιώνοντας την ισχυρή χρηματοδοτική θέση του τραπεζικού συστήματος. Παράλληλα, η αύξηση των καταθέσεων τόσο από νοικοκυριά όσο και από επιχειρήσεις ενισχύει περαιτέρω τη σταθερότητα και την ανθεκτικότητα των τραπεζών.
Συνολικά, ο ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένων προκλήσεων από το εξωτερικό περιβάλλον, ωστόσο τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και τα ενισχυμένα κεφαλαιακά και ρευστά αποθέματα λειτουργούν ως σημαντική ασπίδα απέναντι στις πιθανές αναταράξεις.




