Σε τροχιά έντονης ανόδου κινούνται τα ενοίκια στην Ελλάδα, με τη χώρα να καταγράφει το 2025 τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ύψους +10,1%, πίσω μόνο από την Κροατία. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαιώνει τη συνεχιζόμενη πίεση στην αγορά κατοικίας και ενισχύει τις ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του κόστους στέγασης, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η εικόνα στην Αθήνα αποτυπώνει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα, καθώς το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου αντιστοιχεί πλέον στο 70,2% του μέσου μηνιαίου μισθού, ενώ για διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων το ποσοστό εκτοξεύεται στο 93,6%. Τα επίπεδα αυτά καθιστούν την αυτόνομη διαβίωση εξαιρετικά δύσκολη για νέους εργαζομένους, ζευγάρια και νεοσύστατες οικογένειες, περιορίζοντας σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα.

Σύμφωνα με τη μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) με τίτλο «Τιμές κατοικιών και ενοίκια στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση», η αύξηση του κόστους στέγασης πλήττει δυσανάλογα όσους δεν διαθέτουν ιδιόκτητη κατοικία, δυσχεραίνει την πρόσβαση στην αγορά ακινήτων και εντείνει τις κοινωνικές και διαγενεακές ανισότητες. Σε επίπεδο ΕΕ-27, το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5% και τα ενοίκια κατά 3,2%, γεγονός που αναδεικνύει τη σημαντική απόκλιση της Ελλάδας από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η έντονη αύξηση των ενοικίων στην ελληνική αγορά αποδίδεται σε ένα σύνθετο μείγμα παραγόντων, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν η αυξημένη ζήτηση λόγω τουρισμού και βραχυχρόνιων μισθώσεων τύπου Airbnb, η περιορισμένη οικοδομική δραστηριότητα κατά την περίοδο της κρίσης, η εισροή ξένων κεφαλαίων μέσω προγραμμάτων όπως η Golden Visa, η ύπαρξη σημαντικού αριθμού κλειστών κατοικιών, καθώς και η σταδιακή ανάκαμψη της οικονομίας που ενισχύει τη ζήτηση.
Η διαχρονική εξέλιξη των ενοικίων αποκαλύπτει έντονες διακυμάνσεις, με ισχυρή άνοδο πριν από την οικονομική κρίση, βαθιά πτώση την περίοδο 2011–2018, σχετική σταθεροποίηση έως το 2021 και εκ νέου δυναμική αύξηση από το 2022 και μετά. Παράλληλα, οι τιμές αγοράς κατοικιών, ιδιαίτερα στην Αθήνα, έχουν ήδη ξεπεράσει τα προ κρίσης επίπεδα, μετά από ταχεία ανάκαμψη που ξεκίνησε το 2017.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς τα ενοίκια στην Αθήνα βρίσκονται πλέον σε συγκρίσιμα επίπεδα με τον μέσο όρο της ΕΕ. Το 2024, το μέσο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου διαμορφώθηκε στα 1.050 ευρώ και για δύο υπνοδωμάτια στα 1.400 ευρώ, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ανέρχεται σε 1.120 και 1.514 ευρώ αντίστοιχα.

Ωστόσο, η κρίσιμη διαφορά εντοπίζεται στη σχέση ενοικίου προς εισόδημα, όπου η Ελλάδα εμφανίζει δραματική υστέρηση. Με μέσο μηνιαίο μισθό στα 1.496 ευρώ, το κόστος στέγασης απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματος, σε αντίθεση με την ΕΕ όπου η αντίστοιχη επιβάρυνση περιορίζεται στο 33,8% για μικρό διαμέρισμα και 45,6% για μεγαλύτερο. Η απόκλιση αυτή οφείλεται κυρίως στη σημαντική διαφορά μισθών, καθώς ο μέσος ευρωπαϊκός μισθός ανέρχεται στα 3.317 ευρώ.
Η επιδείνωση της κατάστασης είναι εμφανής και σε χρονικό επίπεδο, καθώς το 2015 η αναλογία ενοικίου προς εισόδημα για μικρό διαμέρισμα στην Αθήνα βρισκόταν στο 41,6%, ήδη υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, για να εκτιναχθεί σχεδόν στο 70% μέσα σε λιγότερο από μία δεκαετία.
Η στεγαστική κρίση αναδεικνύεται πλέον σε μείζον κοινωνικό και οικονομικό ζήτημα, επηρεάζοντας όχι μόνο την αγορά ακινήτων αλλά και την ποιότητα ζωής και τις προοπτικές των νοικοκυριών. Όπως επισημαίνεται, η αντιμετώπισή της απαιτεί έναν ολοκληρωμένο συνδυασμό πολιτικών που θα ενισχύουν την προσφορά κατοικιών, θα περιορίζουν τις στρεβλώσεις της αγοράς και θα στηρίζουν στοχευμένα τα ευάλωτα νοικοκυριά.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη αποφυγής παρεμβάσεων όπως η επιβολή ανώτατων ορίων στα ενοίκια, οι οποίες έχουν αποδειχθεί αναποτελεσματικές σε άλλες αγορές, με την προτεραιότητα να μετατοπίζεται σε διαρθρωτικές λύσεις που θα αντιμετωπίζουν τις αιτίες του προβλήματος και όχι τα συμπτώματά του.




