Την ανάγκη για προώθηση στοχευμένων μεταρρυθμίσεων που θα ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, με επίκεντρο την καινοτομία και την εξωστρέφεια προκειμένου να καλυφθεί το επενδυτικό κενό ύψους περίπου €100 δισ. που δημιουργήθηκε από την περίοδο της κρίσης, ανέδειξε από το βήμα του Delphi Economic Forum XI ο κ. Γιάννης Εμίρης, Chief Wholesale Officer της Alpha Bank.
Στην τοποθέτησή του ο κ. Εμίρης επεσήμανε την ανάγκη ενίσχυσης της καινοτομίας σε όλα τα επίπεδα, μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, με στόχο την αύξηση της παραγωγικότητας – τομέα στον οποίο η Ελλάδα παραμένει ουραγός έναντι της ΕΕ των 27 – αλλά και την προσέλκυση επενδύσεων υψηλής ποιότητας. Καθώς σήμερα ένα χαμηλό ποσοστό ελληνικών εταιριών είναι διατεθειμένες να υιοθετήσουν την τεχνητή νοημοσύνη, αναδεικνύεται το μέγεθος της πρόκλησης για την τεχνολογική μετάβαση. Καθοριστικό ρόλο επίσης διαδραματίζει, σύμφωνα με τον ίδιο, και η επένδυση σε ανθρώπινο δυναμικό με κατάλληλη εξειδίκευση ώστε να μπορεί να υποστηρίξει τομείς αιχμής, όπως η υψηλή τεχνολογία.
Έμφαση στην Καινοτομία και το Ανθρώπινο Δυναμικό
Αναφερόμενος στους κλάδους που θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα για την επόμενη δεκαετία με στόχο να καλυφθεί το επενδυτικό και παραγωγικό κενό της χώρας, ο κ. Εμίρης ξεχώρισε:
• τον ποιοτικό τουρισμό σε διασύνδεση με άλλα εγχώρια επώνυμα προϊόντα όπως της αγροτοβιομηχανίας,
• τις υποδομές, ειδικά αυτές που περιβάλλουν το τουριστικό μας προϊόν και υπολείπονται της αναβάθμισης αυτού, όπως και τις υποδομές ύδατος
• τη στοχευμένη ανάπτυξη στην ανανεώσιμη ενέργεια που θα ενδυναμώσει την αυτοδυναμία της χώρας με έμφαση στα δίκτυα και την αποθήκευση,
• τη βιομηχανία, όπως ενδεικτικά των τροφίμων υψηλής ποιότητας, τη φαρμακοβιομηχανία και την παραγωγή προϊόντων που στηρίζουν την ενεργειακή μετάβαση, αλλά και
• το οικοσύστημα υψηλής τεχνολογίας και τον τομέα της άμυνας.
Ο κ. Εμίρης υπογράμμισε επίσης την ανάγκη βελτίωσης του μη μισθολογικού κόστους εργασίας, καθώς και τη θέσπιση κινήτρων με στόχο τη μεγαλύτερη συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας. «Πρέπει να δίνουμε κίνητρα για να μένουν τα παιδιά μας στη χώρα», ανέφερε ο κ. Εμίρης, σημειώνοντας ότι στην Alpha Bank αυτό εφαρμόζεται ήδη στην πράξη μέσω της νέας Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, η οποία προβλέπει βασικό μισθό €1.600 για τους νεοεισερχόμενους εργαζόμενους.
Παράλληλα, θα πρέπει να ληφθούν πρωτοβουλίες στον τομέα της προσιτής στέγασης, για τον οποίο η Alpha Bank έχει δημοσιεύσει δύο εμπεριστατωμένες μελέτες, ενώ υποστηρίζει δανειακά αναπτύξεις που συμβάλουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος.
Μεγέθυνση και οικογενειακή διαδοχή
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται, σύμφωνα με τον κ. Εμίρη, να κατευθυνθούν προς τη μεγέθυνση. Όπως επισήμανε, οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούν μόλις το 0,1% του συνόλου, ενώ περίπου το 95% είναι πολύ μικρές, στοιχείο που λειτουργεί ανασταλτικά για την υιοθέτηση καινοτομίας, την ενεργειακή και τεχνολογική μετάβαση, και την ανταγωνιστικότητα.
Στενά συνδεδεμένο με τη μεγέθυνση και την ανταγωνιστικότητα μιας επιχείρησης είναι και το ζήτημα της οικογενειακής διαδοχής, καθώς όπως τόνισε, το ποσοστό των επιχειρήσεων που περνάει στην τρίτη γενιά είναι εξαιρετικά περιορισμένο, συγκριτικά με άλλες οικονομίες στην ΕΕ. Μάλιστα, η Alpha Bank υποστηρίζει τις οικογενειακές επιχειρήσεις για τη διαμόρφωση στρατηγικών διαδοχής και τη μετάβασή τους στην επόμενη γενιά, μέσα από ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο συμβουλευτικής και χρηματοδοτικής στήριξης.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά: «Το μέγεθος είναι ένα εμπόδιο στο να μπορέσουν και οι μικρές αλλά και οι μεσαίες επιχειρήσεις ακόμα να εστιαστούν στις καινοτομίες που απαιτεί η ενεργειακή και η τεχνολογική μετάβαση. Πρέπει να πάμε σε μία οικονομία, η οποία θα καθοδηγείται από τις εξαγορές και τις συγχωνεύσεις έτσι ώστε να βγούμε διεθνώς πιο ανταγωνιστικοί».
Εξωστρέφεια και διασύνδεση
Σύμφωνα με τον κ. Εμίρη, για να επιτευχθεί η ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων και της οικονομίας, είναι απαραίτητη και η ενίσχυση της εξαγωγικής βάσης. «Αυτό δεν αποτελεί μόνο ευθύνη των επιχειρήσεων ή της Πολιτείας, αλλά και του τραπεζικού συστήματος, το οποίο οφείλει να λειτουργεί ως καταλύτης διασύνδεσης με διεθνείς αγορές και κεφάλαια», επισήμανε ο κ. Εμίρης για να προσθέσειότι σε αυτό το πεδίο η Alpha Bank έχει πρωτοστατήσει, καθώς μέσω της στρατηγικής συνεργασίας της με τη UniCredit προσφέρει στις ελληνικές επιχειρήσεις πρόσβαση σε προϊόντα και υπηρεσίες ενός διεθνούς δικτύου που εκτείνεται σε 13 χώρες.
Τέλος, για τη μετά‐ΤΑΑ εποχή, ο κ. Εμίρης εξέφρασε αισιοδοξία, επισημαίνοντας ότι οι επενδύσεις που έγιναν μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, θα έχουν πολλαπλασιαστική αξία της τάξεως του 2,5 όπως εκτιμάται, ενώ οι συμβάσεις του ΤΑΑ μπορεί μεν να λήγουν το 2026 αλλά οι εκταμιεύσεις ολοκληρώνονται το 2029, σύμφωνα με τον κ. Εμίρη, γεγονός που «μας κάνει να πιστεύουμε ότι θα δούμε μία μακροχρόνια επίδραση αυτών των επενδύσεων στο ΑΕΠ της χώρας, η οποία θα κινητοποιήσει την προσωπική περιουσία, αλλά και την εταιρική περιουσία». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα είναι κεφαλαιακά ισχυρό, με υψηλή ρευστότητα και εκσυγχρονισμένο μοντέλο, έτοιμο να στηρίξει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της επόμενης ημέρας.




