Θετική εικόνα για τον ευρωπαϊκό τραπεζικό κλάδο διατηρεί η UBS, η οποία, αναλύοντας τα στοιχεία των κεντρικών τραπεζών για τον Μάρτιο, διαπιστώνει ότι η κλιμάκωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν έχει επηρεάσει ουσιαστικά τη δυναμική των χορηγήσεων ούτε τα βασικά μεγέθη κερδοφορίας των τραπεζών. Αντιθέτως, η ελβετική τράπεζα υπογραμμίζει ότι η πιστωτική δραστηριότητα παραμένει ανθεκτική, ενώ η στάση της Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα συνεχίζει να στηρίζει τα έσοδα του κλάδου μέσω της διατήρησης υψηλότερων επιτοκίων.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις ελληνικές τράπεζες, με την UBS να επισημαίνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις χώρες της Ευρωζώνης με τους υψηλότερους ρυθμούς αύξησης δανείων και καταθέσεων. Η πιστωτική επέκταση στη χώρα παραμένει κοντά στο 6%, επιβεβαιώνοντας τη θετική δυναμική του εγχώριου τραπεζικού συστήματος, παρά το περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας.
Η ελβετική τράπεζα χαρακτηρίζει ιδιαίτερα ενθαρρυντική την ανθεκτικότητα της πιστωτικής ζήτησης, καθώς οι αγορές ανησυχούσαν ότι η ένταση στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά την εμπιστοσύνη επιχειρήσεων και νοικοκυριών και να οδηγήσει σε επιβράδυνση των νέων χορηγήσεων. Ωστόσο, τα στοιχεία του Μαρτίου, που αποτέλεσαν το πρώτο πλήρες δείγμα μετά την κλιμάκωση της κρίσης, έδειξαν ότι οι επιπτώσεις στους όγκους δανεισμού και στα περιθώρια κέρδους παρέμειναν περιορισμένες.
Παράλληλα, η UBS εκτιμά ότι οι προοπτικές για τα καθαρά έσοδα από τόκους (NII) ενισχύονται περαιτέρω από δύο βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος αφορά τη στάση της ΕΚΤ, η οποία εμφανίζεται πιο «σκληρή» στις πρόσφατες παρεμβάσεις της, στηρίζοντας την ανοδική πορεία των καμπυλών αποδόσεων σε Euribor, swaps και κρατικά ομόλογα από τα τέλη Φεβρουαρίου.
Ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με τα αποτελέσματα πρώτου τριμήνου των τραπεζών, τα οποία συνεχίζουν να ξεπερνούν τις προσδοκίες της αγοράς. Σύμφωνα με την UBS, περίπου το 60% των τραπεζών έχει ήδη εμφανίσει καλύτερες επιδόσεις από τις εκτιμήσεις στα καθαρά έσοδα από τόκους, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι προβλέψεις των αναλυτών παραμένουν συντηρητικές σε σχέση με τη μέχρι στιγμής πορεία του κλάδου.
Σε επίπεδο Ευρωζώνης, η συνολική πιστωτική επέκταση επιταχύνθηκε στο 3,1% τον Μάρτιο, έναντι 2,8% τον Δεκέμβριο, με τις περισσότερες χώρες να εμφανίζουν σταθερούς ή ελαφρώς βελτιωμένους ρυθμούς ανάπτυξης. Ιδιαίτερα ισχυρή δυναμική κατέγραψαν το Βέλγιο, η Πορτογαλία, η Ιρλανδία και η Ιταλία, ενώ η Ελλάδα και η Ολλανδία παρέμειναν σε υψηλά επίπεδα κοντά στο 6%. Η Ισπανία κινήθηκε κοντά στο 4%, ενώ Γαλλία και Γερμανία συνέχισαν να εμφανίζουν αισθητά χαμηλότερους ρυθμούς, περίπου στο 1%.
Ανά κατηγορία δανεισμού, οι επιχειρηματικές χορηγήσεις στην Ευρωζώνη ενισχύθηκαν ήπια στο 3%, κινούμενες σχεδόν στα ίδια επίπεδα με τα στεγαστικά δάνεια, τα οποία παρέμειναν σταθερά στο 3,2%. Την ίδια στιγμή, οι καταθέσεις συνέχισαν να αυξάνονται με ρυθμό 4% σε ετήσια βάση, με την Ελλάδα να συγκαταλέγεται μεταξύ των αγορών με τις καλύτερες επιδόσεις, μαζί με την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία και την Ολλανδία.
Η UBS επισημαίνει ακόμη ότι τα περιθώρια πελατών στην Ευρωζώνη υποχώρησαν οριακά κατά 2 μονάδες βάσης τον Μάρτιο, κυρίως λόγω της πίεσης που καταγράφηκε στη Γαλλία στις αποδόσεις των δανείων. Ωστόσο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές αγορές η εικόνα παρέμεινε σταθερή, με τις νέες χορηγήσεις να συνεχίζουν να προσφέρουν ικανοποιητικές αποδόσεις.
Σύμφωνα με την ελβετική τράπεζα, η πειθαρχημένη τιμολογιακή πολιτική των ευρωπαϊκών τραπεζών εξακολουθεί να αποτελεί βασικό στήριγμα για το θετικό επενδυτικό αφήγημα του κλάδου, διατηρώντας ισχυρά περιθώρια κερδοφορίας παρά το ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Σε ό,τι αφορά τις αποτιμήσεις, η UBS θεωρεί ότι ο ευρωπαϊκός τραπεζικός κλάδος συνεχίζει να διαπραγματεύεται σε ελκυστικά επίπεδα. Οι τράπεζες αποτιμώνται περίπου στις 8,8 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, με δείκτη τιμής προς ενσώματη λογιστική αξία στο 1,45 και εκτιμώμενη απόδοση ιδίων κεφαλαίων κοντά στο 17%.
Παράλληλα, οι συνολικές αποδόσεις προς τους μετόχους για την περίοδο 2026-2027 εκτιμώνται μεταξύ 7% και 8,5%, εκ των οποίων περίπου 5%-6% αναμένεται να προέλθει από μερισματικές διανομές σε μετρητά, στοιχείο που ενισχύει περαιτέρω την επενδυτική ελκυστικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού κλάδου.




