Δύο εβδομάδες μετά την προειδοποίηση της προέδρου της ΕΚΤ, Christine Lagarde, ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα κινείται προς νέα αύξηση επιτοκίων, ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τον Ιούνιο μοιάζει πλέον λιγότερο ξεκάθαρο σημειώνει το Bloomberg.
Καθώς οι τιμές του πετρελαίου δεν εκτοξεύθηκαν όσο αρχικά φοβούνταν οι αγορές, δεν έχουν εμφανιστεί ακόμη ευρύτερες πληθωριστικές επιπτώσεις από την άνοδο του ενεργειακού κόστους, ενώ η οικονομία της ευρωζώνης συνεχίζει να κινείται σε στάσιμη τροχιά, αρκετοί αξιωματούχοι φαίνεται να αναθεωρούν τη στάση τους.
Ενώ προηγουμένως άφηναν να εννοηθεί ότι θα απαιτηθεί αυστηρότερη νομισματική πολιτική εάν δεν αποκλιμακωθούν οι πληθωριστικές πιέσεις και δεν τερματιστεί η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τώρα υποστηρίζουν ότι οι προοπτικές για τον πληθωρισμό θα πρέπει να επιδεινωθούν περαιτέρω για να υπάρξει παρέμβαση.
Η μεταστροφή αυτή αποτελεί διαφοροποίηση από την ασυνήθιστα ξεκάθαρη δήλωση της Λαγκάρντ μετά την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, όταν είχε αναφέρει ότι «γνωρίζω προς ποια κατεύθυνση οδεύουμε».
Καθοριστικός παράγοντας της αλλαγής στάσης είναι η διαρκής αβεβαιότητα γύρω από το Iran, η οποία έχει οδηγήσει και άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες να τηρούν στάση αναμονής, ελπίζοντας ότι μια πιθανή αποκλιμάκωση του πολέμου θα αποτρέψει την ανάγκη για επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων.
«Μια αύξηση τον Ιούνιο παραμένει πιθανή και ίσως αποδειχθεί απαραίτητη, όμως εξίσου πιθανή είναι και η διατήρηση των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα», δήλωσε ο Stefan Gerlach, επικεφαλής οικονομολόγος της EFG Bank και πρώην υποδιοικητής της κεντρικής τράπεζας της Ιρλανδίας. Όπως σημείωσε, αυτό το ενδεχόμενο αξίζει πλέον σοβαρότερη εξέταση από όση επιτρέπει η σημερινή συναίνεση της αγοράς.

Τα πρόσφατα στοιχεία ενισχύουν την άποψη ότι το υψηλότερο κόστος δανεισμού που προεξοφλούν οι αγορές δεν είναι αναπόφευκτο. Οι έρευνες δείχνουν επιτάχυνση του πληθωρισμού βραχυπρόθεσμα, όμως οι μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν σταθερές. Παράλληλα, οι μισθολογικές αυξήσεις φαίνεται να παραμένουν υπό έλεγχο, αρκετά χαμηλότερα από τα προηγούμενα υψηλά επίπεδα.
Ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Φινλανδίας Olli Rehn χαρακτήρισε τις πληθωριστικές προσδοκίες «ακόμη αγκυροβολημένες», ενώ έκανε λόγο για «καθησυχαστικές» εξελίξεις στο μέτωπο των μισθών στην ευρωζώνη.
Ακόμη και η Isabel Schnabel, που θεωρείται η πιο «σκληρή» φωνή στο εσωτερικό της ΕΚΤ, δήλωσε ότι, αν και ο κίνδυνος αυστηρότερης νομισματικής πολιτικής έχει αυξηθεί, αυτή θα απαιτηθεί μόνο «εφόσον το σοκ στις τιμές της ενέργειας επεκταθεί».
Την ίδια ώρα, προβληματισμό προκαλεί και η κατάσταση της οικονομίας. Η ευρωζώνη κατέγραψε οριακή ανάπτυξη το πρώτο τρίμηνο, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε επιβράδυνση στον τομέα των υπηρεσιών. Μια περαιτέρω εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αντίβαρο στις πληθωριστικές πιέσεις και να ενισχύσει τα επιχειρήματα υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων.
Ο αντιπρόεδρος της ΕΚΤ Luis de Guindos, ο οποίος αποχωρεί αυτόν τον μήνα, έχει καλέσει σε προσεκτικές κινήσεις, εκτιμώντας ότι οι επιπτώσεις στην ανάπτυξη «θα γίνουν πολύ πιο ορατές τις επόμενες εβδομάδες». Αντίστοιχα, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας Γιάννης Στουρνάρας χαρακτήρισε τους φόβους ύφεσης «πραγματικούς και δικαιολογημένους».
«Ήδη βλέπουμε ενδείξεις αδυναμίας στην οικονομία», δήλωσε ο Anatoli Annenkov της Societe Generale. «Αυτό θα περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα μειώσει τον κίνδυνο δευτερογενών επιπτώσεων. Η αυστηροποίηση της πολιτικής δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη».
Παρά τα παραπάνω, αρκετοί εξακολουθούν να θεωρούν πιθανές νέες αυξήσεις επιτοκίων. Οι αγορές προεξοφλούν τρεις κινήσεις, ξεκινώντας από τον Ιούνιο, ενώ οικονομολόγοι που συμμετείχαν σε έρευνα του Bloomberg προβλέπουν αυξήσεις κατά 25 μονάδες βάσης τον Ιούνιο και τον Σεπτέμβριο.
Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από δηλώσεις πιο «γερακιών» της ΕΚΤ, όπως ο Joachim Nagel, ο Martin Kocher και ο Peter Kazimir, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι μια αύξηση επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση μπορεί να αποφευχθεί μόνο εάν υπάρξουν θετικές εξελίξεις στο μέτωπο του πολέμου.
«Η πρόσφατη επικοινωνία της ΕΚΤ δείχνει ότι μια αύξηση επιτοκίων θεωρείται είτε αναπόφευκτη είτε το βασικό σενάριο, εκτός εάν υπάρξει κάποια σημαντική έκπληξη», δήλωσε ο Paul Hollingsworth της BNP Paribas. Μάλιστα, δεν απέκλεισε ακόμη και συζήτηση για μεγαλύτερη αύξηση εάν οι τιμές της ενέργειας αυξηθούν περαιτέρω.
Ένα πιο επιθετικό βήμα πάντως θεωρείται απίθανο. Ο Νάγκελ απέρριψε σχετικό ερώτημα λέγοντας χαρακτηριστικά «καλή προσπάθεια». Ωστόσο, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα δύσκολο δίλημμα: είτε να αυξήσουν τα επιτόκια δείχνοντας αποφασιστικότητα, ρισκάροντας όμως να αναγκαστούν σύντομα να αναστρέψουν την πορεία τους, είτε να περιμένουν περισσότερο και να βρεθούν αργότερα να κυνηγούν τις εξελίξεις.
Η Λαγκάρντ γνωρίζει καλά ότι η ΕΚΤ έχει κάνει και τα δύο λάθη στο παρελθόν. «Βρισκόμαστε διαρκώς ανάμεσα στον κίνδυνο να αντιδράσουμε πολύ γρήγορα και στον κίνδυνο να αντιδράσουμε πολύ αργά», δήλωσε πρόσφατα σε ισπανικό τηλεοπτικό δίκτυο.
«Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή είναι πιθανό να παραμείνει εξαιρετικά αβέβαιη για αρκετό καιρό ακόμη», εκτίμησε η Katharine Neiss της PGIM. «Ως αποτέλεσμα, η ΕΚΤ θα θελήσει να αποφύγει να εγκλωβιστεί σε μια συγκεκριμένη πορεία νομισματικής πολιτικής».




