Σνάμπελ (ΕΚΤ): Aύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο ακόμη και αν επιτευχθεί ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν

Η ΕΚΤ πρέπει να αυξήσει τα επιτόκια τον Ιούνιο, ακόμη και αν οι συνεχιζόμενες ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ιράν οδηγήσουν σε συμφωνία, καθώς η σύγκρουση έχει διαρκέσει πολύ περισσότερο από ό,τι αναμενόταν και οι υψηλές τιμές της ενέργειας διαχέονται πλέον σε ολόκληρη την οικονομία, δήλωσε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Isabel Schnabel.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια τον τελευταίο χρόνο, ωστόσο τον προηγούμενο μήνα συζήτησε ακόμη και το ενδεχόμενο αύξησης, καθώς το απότομο άλμα στις τιμές της ενέργειας ώθησε τον πληθωρισμό σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2%, ενώ αρκετοί αξιωματούχοι έχουν ήδη προϊδεάσει για την ανάγκη λήψης μέτρων.

«Δεδομένου του μεγέθους και της διάρκειας του σημερινού σοκ, η στάση αναμονής δεν αποτελεί πλέον επιλογή κατά την άποψή μου», δήλωσε η Schnabel σε συνέντευξή της στο Reuters. «Με βάση τα σημερινά δεδομένα, θεωρώ ότι θα χρειαστεί αύξηση επιτοκίων τον Ιούνιο».

Παρότι οι ΗΠΑ έχουν σηματοδοτήσει πρόοδο στις ειρηνευτικές συνομιλίες με το Ιράν, η Schnabel — η οποία θεωρείται πιθανή διάδοχος της Christine Lagarde στην προεδρία της ΕΚΤ το επόμενο έτος — υποστήριξε ότι η κατάσταση ίσως έχει περάσει το σημείο χωρίς επιστροφή, καθώς έχουν ήδη προκληθεί σοβαρές ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και οι υψηλές τιμές ενέργειας περνούν πλέον στο σύνολο της οικονομίας.

«Μια ειρηνευτική συμφωνία ίσως να μην αποτρέψει την αύξηση»

«Ακόμη και αν ο πόλεμος τελείωνε σήμερα, έχει ήδη προκληθεί μεγάλη ζημιά στις ενεργειακές υποδομές και στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες», σημείωσε η πρώην πανεπιστημιακός. «Επομένως, ακόμη και σε αυτή την περίπτωση, θεωρώ ότι θα απαιτούνταν νομισματική αντίδραση».

Όπως πρόσθεσε, «σε ό,τι αφορά τη διάρκεια του σοκ, έχουμε ήδη ξεπεράσει το δυσμενές σενάριο, το οποίο προέβλεπε ταχεία αποκλιμάκωση των τιμών του πετρελαίου».

Ο πληθωρισμός ανήλθε στο 3% τον προηγούμενο μήνα και αναμένονται περαιτέρω αυξήσεις, ενώ οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής ανησυχούν ότι το αυξημένο ενεργειακό κόστος θα επηρεάσει και τις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών μέσω δευτερογενών επιδράσεων, δημιουργώντας έναν δύσκολα αναστρέψιμο πληθωριστικό σπιράλ.

Η Schnabel σημείωσε ότι ορισμένες από αυτές τις δευτερογενείς επιδράσεις ίσως έχουν ήδη αρχίσει να εμφανίζονται, όπως δείχνουν διάφορες έρευνες, μεταξύ των οποίων η Έρευνα Καταναλωτικών Προσδοκιών της ΕΚΤ, τα στοιχεία PMI και ο δείκτης οικονομικού κλίματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

«Βλέπουμε ολοένα και περισσότερες ενδείξεις ότι το σοκ επεκτείνεται και σε άλλα τμήματα του καταναλωτικού καλαθιού», δήλωσε.

Αβέβαιη η συνέχεια μετά τον Ιούνιο

Πέρα από τον Ιούνιο, η ΕΚΤ δεν θα πρέπει να δεσμευθεί εκ των προτέρων για συγκεκριμένες κινήσεις πολιτικής, αλλά να επαναξιολογεί τη στάση της σε κάθε συνεδρίαση με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, υποστήριξε η Schnabel.

Ωστόσο, επισήμανε ότι οι ίδιες οι βασικές προβλέψεις της ΕΚΤ περιλαμβάνουν δύο αυξήσεις επιτοκίων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μία μόνο αύξηση ίσως να μην είναι αρκετή.

Οι χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν ήδη προεξοφλήσει πλήρως δύο αυξήσεις στο επιτόκιο καταθέσεων της ΕΚΤ, το οποίο βρίσκεται στο 2%, ενώ βλέπουν περίπου 50% πιθανότητα και για τρίτη αύξηση μέσα στον επόμενο χρόνο. Οι οικονομολόγοι εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι, προβλέποντας δύο αυξήσεις και στη συνέχεια μείωση επιτοκίων στα μέσα του 2027, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Reuters.

Αδύναμη ανάπτυξη στην Ευρωζώνη

Ένας βασικός λόγος για τον οποίο οι αναλυτές εκτιμούν ότι η σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής θα παραμείνει περιορισμένη είναι ότι η οικονομία της Ευρωζώνης συνεχίζει να εμφανίζει αδυναμία, ενώ το υψηλό ενεργειακό κόστος ενδέχεται να επηρεάσει περισσότερο από ό,τι αναμενόταν την ανάπτυξη.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προέβλεψε την περασμένη εβδομάδα ανάπτυξη μόλις 0,9% για το 2026, σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με πέρυσι, ενώ αρκετοί εκτιμούν ότι ακόμη και αυτή η πρόβλεψη ίσως αποδειχθεί αισιόδοξη.

«Δεδομένης της μεγάλης διάρκειας του σοκ, πιστεύω ότι και οι αρνητικές επιπτώσεις στην ανάπτυξη θα είναι ισχυρότερες», τόνισε η Schnabel. «Έχουμε δει απότομη επιδείνωση στους δείκτες εμπιστοσύνης, ιδιαίτερα μεταξύ των καταναλωτών».

«Όλα αυτά συνεπάγονται καθοδικούς κινδύνους για την ανάπτυξη και ανοδικούς κινδύνους για τον πληθωρισμό», πρόσθεσε.

Η Schnabel, η οποία είναι υπεύθυνη για τις αγορές της ΕΚΤ, σημείωσε επίσης ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές αντιμετωπίζουν μέχρι στιγμής ψύχραιμα τις εξελίξεις και ότι η πρόσφατη μεταβλητότητα στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων δεν προκαλεί ανησυχία.

«Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων στην Ευρωζώνη οφείλεται κυρίως στην άνοδο των προσδοκιών για τον πληθωρισμό», δήλωσε. «Και αυτό αντανακλά εν μέρει την αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου λόγω της αυξημένης αβεβαιότητας για τις μελλοντικές προοπτικές του πληθωρισμού».

Αναφερόμενη στο προσωπικό της μέλλον, η Schnabel — της οποίας η θητεία στην ΕΚΤ λήγει στα τέλη του 2027 — δήλωσε ότι θα ήταν έτοιμη να αναλάβει την προεδρία της ΕΚΤ, εφόσον της ζητηθεί.