Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα από τα δυσκολότερα διλήμματα των τελευταίων ετών, καθώς καλείται να αντιμετωπίσει την αναζωπύρωση του πληθωρισμού χωρίς να οδηγήσει την ήδη εύθραυστη οικονομία της Ευρωζώνης σε ύφεση. Ωστόσο, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNBC, οι αγορές φαίνεται να έχουν ήδη αρχίσει να κάνουν τη δουλειά της ΕΚΤ, αυστηροποιώντας τις συνθήκες χρηματοδότησης πριν ακόμη ληφθούν οι τελικές αποφάσεις για τα επιτόκια.
Σύμφωνα με τον οικονομολόγο της Goldman Sachs, Αλεξάντρ Στοτ, η μετάδοση της πιο περιοριστικής νομισματικής πολιτικής βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη. Οι τράπεζες έχουν αρχίσει να αυστηροποιούν σημαντικά τα κριτήρια χορήγησης δανείων, περιορίζοντας τη ρευστότητα προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά σε μια οικονομία όπου ο τραπεζικός δανεισμός παραμένει η βασική πηγή χρηματοδότησης.
Η ανάλυση της Goldman Sachs υποστηρίζει ότι μεγάλο μέρος της οικονομικής επιβράδυνσης που ήδη καταγράφεται οφείλεται στις προσδοκίες για υψηλότερα επιτόκια. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και χωρίς επιθετικές παρεμβάσεις από την ΕΚΤ, η οικονομία δέχεται ήδη πιέσεις μέσω της αύξησης του κόστους δανεισμού και της αυξημένης επιφυλακτικότητας των τραπεζών.
Παρά ταύτα, οι αγορές εξακολουθούν να προεξοφλούν σχεδόν βέβαιη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στην επόμενη συνεδρίαση της 11ης Ιουνίου, ενώ δεν αποκλείουν ακόμη μία αντίστοιχη κίνηση τον Σεπτέμβριο. Η άνοδος του πληθωρισμού στο 3% τον Απρίλιο, ως αποτέλεσμα κυρίως της ενεργειακής αναταραχής που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν, έχει επαναφέρει στο προσκήνιο τους φόβους για νέες πληθωριστικές πιέσεις.
Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικοί. Ο αντιπρόεδρος της τράπεζας, Λουίς ντε Γκίντος, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει προαποφασισμένη πορεία για τα επιτόκια και ότι όλες οι αποφάσεις θα ληφθούν με βάση τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο διοικητής της Τράπεζας της Γαλλίας, Φρανσουά Βιλερουά ντε Γκαλό, ο οποίος υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ θα κάνει «ό,τι χρειαστεί» για να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον στόχο του 2%.
Ωστόσο, η συζήτηση στους οικονομικούς κύκλους παραμένει έντονη. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Berenberg, Χόλγκερ Σμίντινγκ, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη αντιμετωπίζει συνθήκες στασιμοπληθωρισμού, με υψηλό ενεργειακό κόστος, ασθενική ανάπτυξη και αυξανόμενες πιέσεις στα νοικοκυριά. Κατά την άποψή του, η μείωση της κατανάλωσης που προκαλεί η ενεργειακή κρίση θα λειτουργήσει από μόνη της αποπληθωριστικά, καθιστώντας περιττές τις επιθετικές αυξήσεις επιτοκίων.
Στον αντίποδα, η Federated Hermes θεωρεί ότι η ΕΚΤ δεν έχει πλέον περιθώριο καθυστέρησης. Όπως αναφέρει ο επικεφαλής αναλυτής πιστώσεων Filippo Alloatti, η αξιοπιστία της κεντρικής τράπεζας βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο. Μετά από χρόνια εξαιρετικά χαλαρής νομισματικής πολιτικής, οποιαδήποτε ένδειξη δισταγμού θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει τις προσδοκίες για τον πληθωρισμό και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των αγορών.
Το βασικό ερώτημα για τη Φρανκφούρτη είναι πλέον αν η οικονομία επιβραδύνεται αρκετά γρήγορα από μόνη της ή αν απαιτείται νέα παρέμβαση μέσω υψηλότερων επιτοκίων. Σε κάθε περίπτωση, η επόμενη συνεδρίαση της ΕΚΤ αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμο τεστ τόσο για την οικονομία της Ευρωζώνης όσο και για την αξιοπιστία της ίδιας της κεντρικής τράπεζας.




