Ο πόλεμος ΗΠΑ–Ιράν δεν ανέτρεψε μόνο τις ισορροπίες στις αγορές ενέργειας και στις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές. Έφερε και μια σημαντική ανατροπή σε μια από τις πιο βαθιά ριζωμένες επενδυτικές παραδοχές: ότι σε περιόδους πολέμου οι επενδυτές βρίσκουν προστασία στο δολάριο, τον χρυσό και τα κρατικά ομόλογα.
Σύμφωνα με την ανάλυση της Morgan Stanley, η σύγκρουση αποτέλεσε ένα πραγματικό «stress test» για τα παραδοσιακά ασφαλή καταφύγια, τα οποία αυτή τη φορά απέτυχαν να επιβεβαιώσουν τον ρόλο τους. Αντίθετα, οι χρηματιστηριακές αγορές αποδείχθηκαν πολύ πιο ανθεκτικές από ό,τι ανέμεναν οι περισσότεροι.
Οι μετοχές άντεξαν το σοκ
Παρά τους φόβους για σοβαρές επιπτώσεις στην παγκόσμια ανάπτυξη και την ενεργειακή ασφάλεια, οι διεθνείς χρηματιστηριακές αγορές κατέγραψαν σχετικά περιορισμένες απώλειες. Η διόρθωση δεν ξεπέρασε το 9%, όταν μόλις έναν χρόνο νωρίτερα οι ανησυχίες για τους αμερικανικούς δασμούς είχαν οδηγήσει σε πτώση περίπου 20%.
Η εμπειρία επιβεβαίωσε για ακόμη μία φορά ότι τα γεωπολιτικά γεγονότα προκαλούν βραχυπρόθεσμη μεταβλητότητα αλλά σπάνια αλλάζουν τη μακροπρόθεσμη τάση των αγορών. Ιστορικά, σε περισσότερες από 18 μεγάλες πολεμικές συγκρούσεις μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο δείκτης S&P 500 σημείωσε κατά μέσο όρο πτώση 6,2%, η οποία συνήθως καλυπτόταν μέσα σε περίπου 30 εργάσιμες ημέρες.
Η γνωστή χρηματιστηριακή ρήση ότι «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανησυχίας» επιβεβαιώθηκε ξανά. Οι επενδυτές, αφού αποτιμήσουν τον αρχικό κίνδυνο, επιστρέφουν γρήγορα στα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας, όπως η κερδοφορία των επιχειρήσεων, τα επιτόκια και οι προοπτικές ανάπτυξης.
Τα ομόλογα έχασαν τον αμυντικό τους χαρακτήρα
Μεγαλύτερη έκπληξη προκάλεσε η συμπεριφορά των κρατικών ομολόγων. Παραδοσιακά λειτουργούν ως αντιστάθμισμα στις απώλειες των μετοχών, όμως κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης η σχέση αυτή διαταράχθηκε.
Η άνοδος των τιμών του πετρελαίου αναζωπύρωσε τους φόβους για υψηλότερο πληθωρισμό και διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα, τόσο οι μετοχές όσο και τα ομόλογα βρέθηκαν υπό πίεση ταυτόχρονα, στερώντας από τους επενδυτές το βασικό εργαλείο διαφοροποίησης που συνήθως προσφέρει η αγορά χρέους.
Το μήνυμα της Morgan Stanley είναι σαφές: οι επενδυτές δεν μπορούν πλέον να βασίζονται αποκλειστικά στις παραδοσιακές συσχετίσεις μεταξύ περιουσιακών στοιχείων.
Το δολάριο δεν πρόσφερε ασφάλεια
Απογοητευτική ήταν και η συμπεριφορά του αμερικανικού νομίσματος. Αντί να λειτουργήσει ως ασφαλές καταφύγιο, το δολάριο εμφάνισε ασυνήθιστη συσχέτιση με την πορεία του πετρελαίου.
Κατά τις πρώτες εβδομάδες της σύγκρουσης ενισχυόταν παράλληλα με την άνοδο του «μαύρου χρυσού», ενώ μετά την ανακοίνωση της εκεχειρίας και την πτώση των τιμών του πετρελαίου υποχώρησε περισσότερο από όσο θα προέβλεπαν τα ιστορικά πρότυπα.
Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την άποψη ότι οι επενδυτές αξιολογούν πλέον διαφορετικά τον ρόλο του δολαρίου σε ένα περιβάλλον αυξημένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και μεταβαλλόμενων γεωπολιτικών ισορροπιών.
Ο χρυσός μετατράπηκε σε πηγή ρευστότητας
Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η συμπεριφορά του χρυσού. Αντί να ενισχυθεί ως το απόλυτο ασφαλές καταφύγιο, πολλές φορές κινήθηκε παράλληλα με τις μετοχές, υποχωρώντας όταν οι επενδυτές αναζητούσαν ρευστότητα.
Σύμφωνα με τη Morgan Stanley, η αυξημένη συμμετοχή του χρυσού στα συναλλαγματικά αποθέματα των κεντρικών τραπεζών έχει αλλάξει εν μέρει τον ρόλο του. Σε περιόδους έντασης, το πολύτιμο μέταλλο δεν χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο προστασίας αλλά και ως πηγή άμεσης χρηματοδότησης και ρευστότητας.
Το βασικό συμπέρασμα
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν κατέδειξε ότι οι παραδοσιακές βεβαιότητες των αγορών δεν ισχύουν πάντα. Οι μετοχές αποδείχθηκαν πιο ανθεκτικές από τα θεωρούμενα ασφαλή καταφύγια, ενώ ο χρυσός, το δολάριο και τα κρατικά ομόλογα δεν προσέφεραν την προστασία που περίμεναν οι επενδυτές.
Για τη Morgan Stanley, το βασικό δίδαγμα είναι ότι η διαφοροποίηση παραμένει απαραίτητη, αλλά οι επενδυτές οφείλουν να επανεξετάσουν τις παραδοσιακές τους παραδοχές, καθώς οι αγορές εισέρχονται σε μια νέα εποχή όπου οι παλιές συσχετίσεις δεν μπορούν πλέον να θεωρούνται δεδομένες.
