Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) αναμένεται να διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια στην επόμενη συνεδρίασή της, προκειμένου να αξιολογήσει την πορεία του πληθωρισμού, πριν προχωρήσει – σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των οικονομολόγων – σε μία τελευταία αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο.
Όλοι οι συμμετέχοντες σε δημοσκόπηση του Bloomberg προβλέπουν ότι την ερχόμενη Πέμπτη η ΕΚΤ δεν θα μεταβάλει το κόστος δανεισμού. Η πλειονότητα εκτιμά ότι τον Σεπτέμβριο, όταν θα υπάρχουν και οι νέες τριμηνιαίες μακροοικονομικές προβλέψεις των υπηρεσιών της Τράπεζας, θα προχωρήσει σε αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%.
Το επίπεδο αυτό θεωρείται από τους περισσότερους οικονομολόγους ως η κορύφωση του τρέχοντος κύκλου σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν προκάλεσε άνοδο στις τιμές του πετρελαίου και αναζωπύρωση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, οδηγώντας στη μεγαλύτερη πληθωριστική έξαρση από το 2023.
Ωστόσο, σε συμφωνία με τα μηνύματα που εκπέμπει η ίδια η ΕΚΤ, οι αναλυτές αποφεύγουν τις βεβαιότητες, καθώς η κατάσταση στη Μέση Ανατολή παραμένει ιδιαίτερα ρευστή. Μέσα σε διάστημα μόλις ενός μήνα, η περιοχή πέρασε από μια εύθραυστη εκεχειρία σε νέα αναζωπύρωση των εχθροπραξιών.
«Το βασικό ερώτημα πλέον είναι αν οι νέες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν θα αποδειχθούν προσωρινές», δήλωσε ο Dennis Shen, καθηγητής στο International School of Management του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Βερολίνου. Όπως ανέφερε, εάν η κρίση περιοριστεί, θα ενισχυθεί το σενάριο διατήρησης των επιτοκίων. Αν όμως υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση, ενδέχεται να επανεμφανιστούν δευτερογενείς πληθωριστικές πιέσεις και να αυξηθούν οι πληθωριστικές προσδοκίες.
Ανάλογα και με τις κινήσεις των υπόλοιπων μεγάλων κεντρικών τραπεζών, μία αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο θα μπορούσε να εδραιώσει την ΕΚΤ ως την πιο «επιθετική» (hawkish) κεντρική τράπεζα μεταξύ των χωρών της G7. Υπενθυμίζεται ότι τον προηγούμενο μήνα ήταν η πρώτη από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες που αύξησε τα επιτόκια μετά το ξέσπασμα του πολέμου με το Ιράν.
Οι τοποθετήσεις των αξιωματούχων στην επόμενη συνεδρίαση αναμένεται να διαμορφώσουν και τις προσδοκίες των αγορών πριν από τη θερινή περίοδο. Ο οικονομολόγος της Dekabank, Kristian Toedtmann, εκτιμά ότι το βασικό στοιχείο της συνεδρίασης θα είναι η επικοινωνία της ΕΚΤ.
«Το σοκ στην πλευρά της προσφοράς εξακολουθεί να διαχέεται στην οικονομία», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ΕΚΤ θα επισημάνει πως παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, θεωρεί ότι βρίσκεται σε καλή θέση και είναι έτοιμη να παρέμβει εφόσον χρειαστεί.
Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι οι μισθολογικές εξελίξεις ενισχύουν περαιτέρω τις πληθωριστικές πιέσεις, όπως υποστήριξαν αυτή την εβδομάδα ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Αυστρίας Martin Kocher και το μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ Piero Cipollone.
Ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη επιβραδύνθηκε περισσότερο από το αναμενόμενο τον Ιούνιο, ενώ υποχώρησε και ο ιδιαίτερα σημαντικός δείκτης του πληθωρισμού στις υπηρεσίες.
Παρ’ όλα αυτά, ο πρόεδρος της Bundesbank, Joachim Nagel, υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ θα διατηρήσει την «επαγρύπνησή» της. Όπως δήλωσε, τα σημερινά επιτόκια βρίσκονται σε «κατάλληλο επίπεδο», διευκρινίζοντας ότι το Διοικητικό Συμβούλιο θα συνεχίσει να αξιολογεί όλα τα διαθέσιμα οικονομικά στοιχεία στις επόμενες συνεδριάσεις.
Για τους οικονομολόγους, ο βασικός παράγοντας που θα καθορίσει εάν θα υπάρξει νέα αύξηση το φθινόπωρο είναι η εξέλιξη του πολέμου με το Ιράν και οι επιπτώσεις του στις ροές πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Τι εκτιμά η Bloomberg Economics
«Η επιβράδυνση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη τον Ιούνιο αφαίρεσε την ανάγκη για άμεση δράση. Ωστόσο, οι υψηλές τιμές των εμπορευμάτων διατηρούν το Διοικητικό Συμβούλιο σε τροχιά νέας αύξησης επιτοκίων τον Σεπτέμβριο, όταν θα έχει στη διάθεσή του και τις επικαιροποιημένες προβλέψεις των οικονομολόγων της ΕΚΤ, πιθανότατα για τελευταία φορά σε αυτόν τον σύντομο κύκλο σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής», αναφέρουν οι οικονομολόγοι David Powell και Simona Delle Chiaie.
Από την πλευρά του, ο οικονομολόγος της HSBC, Chris Hare, εμφανίζεται πιο επιφυλακτικός:
«Δεν θεωρούμε δεδομένη μια αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο. Αν υπάρξει πρόοδος προς την ειρήνη και αποκατασταθεί η ομαλή τροφοδοσία της αγοράς ενέργειας, η ΕΚΤ ίσως τελικά να μη χρειαστεί να αυξήσει περαιτέρω τα επιτόκια.»
Το 41% των οικονομολόγων που συμμετείχαν στη δημοσκόπηση εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα δώσει ήδη από την επόμενη εβδομάδα κάποιες ενδείξεις για την πορεία της νομισματικής πολιτικής τους επόμενους μήνες, παρά τη δέσμευση της προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ να αποφεύγει την παροχή συγκεκριμένης καθοδήγησης (forward guidance).
Οι αναλυτές θεωρούν ότι οι κίνδυνοι για τις προβλέψεις της ΕΚΤ όσον αφορά την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό το 2026 κλίνουν προς τα κάτω βραχυπρόθεσμα, ενώ σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα εμφανίζονται γενικά ισορροπημένοι.
Μόλις το 9% των συμμετεχόντων διαπιστώνει ενδείξεις αποσταθεροποίησης των μακροπρόθεσμων πληθωριστικών προσδοκιών, ενώ οι περισσότεροι δεν ανησυχούν ιδιαίτερα για δευτερογενείς επιδράσεις στον πληθωρισμό.
Με βάση αυτό το σενάριο, αρχίζει να διαφαίνεται και η χρονική στιγμή της πρώτης μελλοντικής μείωσης επιτοκίων. Η διάμεση πρόβλεψη της έρευνας τοποθετεί την πρώτη μείωση τον Σεπτέμβριο του 2027, αν και τέσσερις οικονομολόγοι – μεταξύ αυτών και οι αναλυτές της Bloomberg Economics – εκτιμούν ότι αυτή θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί ήδη από τον Μάρτιο του 2027.