Πριν από λίγα χρόνια, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα αποτελούσαν τον πιο ευάλωτο κρίκο της Ευρωζώνης κάθε φορά που οι διεθνείς αγορές εισέρχονταν σε περίοδο έντονης αβεβαιότητας. Σήμερα, η εικόνα έχει αλλάξει ουσιαστικά. Νέα μελέτη του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή καταγράφει ότι οι ελληνικοί κρατικοί τίτλοι εμφανίζουν πλέον σημαντικά μικρότερη ευαισθησία στις διεθνείς αναταράξεις, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στη δημοσιονομική εξυγίανση, στη σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους και στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς την ελληνική οικονομία.
Από το 7% σε επίπεδα Ιταλίας και Πορτογαλίας
Η μελέτη με τίτλο «Greek Sovereign Yield Sensitivity to Global Uncertainty Shocks: Evidence from Daily Data, 2016-2026» αναλύει την πορεία των ημερήσιων αποδόσεων των δεκαετών κρατικών ομολόγων δέκα χωρών της Ευρωζώνης – Βέλγιο, Γαλλία, Γερμανία, Ελλάδα, Ιρλανδία, Ισπανία, Ιταλία, Ολλανδία, Πορτογαλία και Φινλανδία – κατά την περίοδο 2016-2026, εξετάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντέδρασαν σε επεισόδια έντονης διεθνούς αβεβαιότητας πριν και μετά την πανδημία.
Τα συμπεράσματα δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει διανύσει μεγάλη απόσταση σε σχέση με την περίοδο της κρίσης χρέους. Το 2016 οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών ομολόγων ξεπερνούσαν το 7%, καταγράφοντας τα υψηλότερα επίπεδα στην Ευρωζώνη. Μέχρι το 2024, όμως, οι αποδόσεις είχαν υποχωρήσει σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ιταλίας και της Πορτογαλίας, γεγονός που αντανακλά τη βελτίωση των θεμελιωδών μεγεθών της οικονομίας και την ενίσχυση της αξιοπιστίας της χώρας στις διεθνείς αγορές.
Η μεγάλη αλλαγή μετά την πανδημία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση των δύο περιόδων που εξετάζει η έρευνα. Κατά τη διάρκεια της πανδημίας, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα παρουσίαζαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις διεθνείς αναταράξεις μεταξύ όλων των χωρών του δείγματος. Οι αποδόσεις τους μεταβάλλονταν με ένταση υπερδιπλάσια από εκείνη της αμέσως επόμενης πιο ευάλωτης χώρας, ενώ η σταθερότητά τους εξαρτιόταν σε σημαντικό βαθμό από τα έκτακτα προγράμματα αγοράς ομολόγων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ).
Η εικόνα αυτή μεταβλήθηκε αισθητά από το δεύτερο τρίμηνο του 2022 έως και το δεύτερο τρίμηνο του 2026. Η ευαισθησία των ελληνικών ομολόγων περιορίστηκε σημαντικά, με τη συμπεριφορά τους να προσεγγίζει εκείνη χωρών όπως η Ιταλία και η Πορτογαλία. Μάλιστα, σε ορισμένους δείκτες διεθνούς αβεβαιότητας οι ελληνικοί τίτλοι εμφάνισαν ακόμη μικρότερη αντίδραση από τα ιταλικά ομόλογα, στοιχείο που καταδεικνύει την ουσιαστική βελτίωση της θέσης της χώρας στις διεθνείς κεφαλαιαγορές.
Η δημοσιονομική εξυγίανση άλλαξε την εικόνα
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μεταβολή αυτή δεν οφείλεται σε τεχνικά χαρακτηριστικά της αγοράς ελληνικού χρέους, αλλά συνδέεται άμεσα με τις δημοσιονομικές επιδόσεις της χώρας.
Η Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μεταξύ των δέκα χωρών της μελέτης, με το ποσοστό να υποχωρεί κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ των δύο περιόδων που εξετάζονται. Παράλληλα, η διατήρηση σταθερών πρωτογενών πλεονασμάτων ενίσχυσε περαιτέρω την αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και συνέβαλε στη βελτίωση της αντίληψης των επενδυτών για τον πιστωτικό κίνδυνο της χώρας.
Η μελέτη αναδεικνύει ότι το ίδιο μοτίβο καταγράφεται και στις υπόλοιπες οικονομίες της Ευρωζώνης. Όσες χώρες πέτυχαν μεγαλύτερη αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους τους είδαν παράλληλα να μειώνεται και η ευαισθησία των κρατικών ομολόγων τους στις διεθνείς αναταράξεις. Αντίθετα, χώρες όπως η Γαλλία και η Φινλανδία, όπου το δημόσιο χρέος αυξήθηκε, δεν παρουσίασαν αντίστοιχη βελτίωση στη συμπεριφορά των ομολόγων τους.
Τα συμπεράσματα επιβεβαιώνονται από τρεις διεθνείς δείκτες
Τα ευρήματα της έρευνας επιβεβαιώνονται και από τρεις διαφορετικούς διεθνώς αναγνωρισμένους δείκτες αβεβαιότητας – VIX, CISS και EPU – γεγονός που ενισχύει τη στατιστική αξιοπιστία των αποτελεσμάτων και υποδηλώνει ότι η βελτίωση της ελληνικής αγοράς ομολόγων δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά συνδέεται με πιο μόνιμες μεταβολές στα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας.
Το μήνυμα της μελέτης: Καμία θέση για εφησυχασμό
Το Γραφείο Προϋπολογισμού αποφεύγει τον εφησυχασμό και επισημαίνει ότι το θετικό αυτό κεκτημένο δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο. Όπως υπογραμμίζεται στη μελέτη, η διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών εξαρτάται από τη συνέχιση της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων και την περαιτέρω αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ενίσχυση του αναπτυξιακού δυναμικού της οικονομίας. Η μελέτη σημειώνει ότι η πορεία του δημόσιου χρέους δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τα δημοσιονομικά αποτελέσματα, αλλά και από τη δυναμική της οικονομικής ανάπτυξης. Για τον λόγο αυτό θεωρεί κρίσιμη την επιτάχυνση των επενδύσεων, ιδίως μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς και την προώθηση μεταρρυθμίσεων που βελτιώνουν την παραγωγικότητα, τη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης, το φορολογικό σύστημα και τις αγορές εργασίας και προϊόντων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στη μεταβολή της σύνθεσης του ελληνικού δημόσιου χρέους. Καθώς σταδιακά μεγαλύτερο μέρος του περνά από τους δανειστές του επίσημου τομέα σε ιδιώτες επενδυτές, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων θα επηρεάζονται ολοένα περισσότερο από τις αξιολογήσεις των αγορών για τη δημοσιονομική πορεία και τις οικονομικές προοπτικές της χώρας.
Το βασικό μήνυμα της μελέτης είναι σαφές: η Ελλάδα έχει πετύχει μια εντυπωσιακή αναβάθμιση της θέσης της στις διεθνείς αγορές ομολόγων, μεταβαίνοντας από τον πιο ευάλωτο κρατικό δανειολήπτη της Ευρωζώνης σε μια οικονομία με σαφώς μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς κρίσεις.
Ωστόσο, η διατήρηση αυτής της προόδου προϋποθέτει συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, σταθερή εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων και ενίσχυση των αναπτυξιακών προοπτικών, ώστε η βελτιωμένη εικόνα των ελληνικών κρατικών τίτλων να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.
