Ρύθμιση 72 δόσεων: Γιατί οι οφειλέτες γυρίζουν την πλάτη – Στο τραπέζι αλλαγές στους όρους

Περιορισμένη παραμένει η ανταπόκριση των οφειλετών στη νέα έκτακτη ρύθμιση των 72 δόσεων, περίπου έναν μήνα μετά την ενεργοποίησή της, δημιουργώντας προβληματισμό στο οικονομικό επιτελείο και ανοίγοντας τη συζήτηση για πιθανές παρεμβάσεις στους όρους του μέτρου.

Παρά το γεγονός ότι οι δυνητικά δικαιούχοι ξεπερνούν το 1 εκατομμύριο, οι αιτήσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι στιγμής περιορίζονται σε μερικές χιλιάδες. Η μεγάλη απόσταση μεταξύ του αριθμού των δικαιούχων και όσων τελικά επιλέγουν να ενταχθούν αποτελεί ένδειξη ότι οι προϋποθέσεις της ρύθμισης λειτουργούν αποτρεπτικά για σημαντικό τμήμα των φορολογουμένων.

Εφόσον η συμμετοχή δεν επιταχυνθεί το επόμενο διάστημα, δεν αποκλείεται να εξεταστούν αλλαγές που θα διευρύνουν την περίμετρο των δικαιούχων ή θα καταστήσουν τη ρύθμιση περισσότερο ελκυστική. Χρονικό περιθώριο υπάρχει, καθώς η προθεσμία για την υποβολή αιτήσεων λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2026.

Το «αγκάθι» των χρεών μετά το 2023

Ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια είναι ότι η έκτακτη ρύθμιση καλύπτει μόνο ληξιπρόθεσμες οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023.

Αυτό σημαίνει ότι χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά δεν μπορούν να ενταχθούν στις 72 δόσεις. Μάλιστα, για να μπορέσει ένας φορολογούμενος να ρυθμίσει τις παλαιότερες οφειλές του, θα πρέπει προηγουμένως να έχει εξοφλήσει ή ρυθμίσει τα νεότερα χρέη του.

Στην πράξη, αρκετοί οφειλέτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα διπλό βάρος: από τη μία πρέπει να καταβάλλουν τη δόση της έκτακτης ρύθμισης και από την άλλη να εξυπηρετούν την πάγια ρύθμιση για νεότερες οφειλές από φόρο εισοδήματος, ΦΠΑ, ΕΝΦΙΑ και άλλες φορολογικές υποχρεώσεις.

Ακριβώς αυτή η ανάγκη ταυτόχρονης εξυπηρέτησης πολλαπλών υποχρεώσεων περιορίζει την πραγματική δυνατότητα αρκετών νοικοκυριών και επιχειρήσεων να αξιοποιήσουν το νέο σχήμα.

Επιτόκιο έως 6% και χωρίς «κούρεμα»

Δεύτερος αποτρεπτικός παράγοντας είναι το κόστος της ρύθμισης. Οι 72 δόσεις είναι έντοκες, με το επιτόκιο να διαμορφώνεται περίπου στο 5%-6% ετησίως, με βάση το ισχύον επιτόκιο των πάγιων ρυθμίσεων.

Όσο περισσότερες είναι οι δόσεις που επιλέγει ο οφειλέτης, τόσο αυξάνεται το συνολικό ποσό που τελικά θα κληθεί να καταβάλει.

Παράλληλα, σε αντίθεση με παλαιότερες ευνοϊκότερες ρυθμίσεις των 100 ή 120 δόσεων, το νέο πλαίσιο δεν προβλέπει διαγραφή προσαυξήσεων και προστίμων με την ένταξη.

Ο συνδυασμός υψηλότερου χρηματοοικονομικού κόστους και απουσίας ουσιαστικού «κουρέματος» περιορίζει το οικονομικό όφελος για όσους εξετάζουν εάν τους συμφέρει να ενταχθούν.

Ποιοι μπορούν να μπουν στις 72 δόσεις

Η έκτακτη ρύθμιση αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές που δημιουργήθηκαν έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και οι οποίες ήταν αρρύθμιστες στις 21 Απριλίου 2026 ή είχαν υπαχθεί σε παλαιότερη ρύθμιση που χάθηκε πριν από τις 20 Απριλίου 2026.

Βασική προϋπόθεση είναι ο φορολογούμενος να έχει εξοφλήσει πλήρως ή να έχει εντάξει στην πάγια ρύθμιση των 24-48 δόσεων όλες τις νέες οφειλές που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 έως την ημερομηνία υποβολής της αίτησης.

Ταυτόχρονα, όλες οι υπόλοιπες ενεργές ρυθμίσεις πρέπει να εξυπηρετούνται κανονικά.

Ο αριθμός των μηνιαίων δόσεων μπορεί να κυμαίνεται από 2 έως 72, ενώ η ελάχιστη δόση έχει οριστεί στα 30 ευρώ.

Οι αιτήσεις πραγματοποιούνται ηλεκτρονικά έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026, μέσω του myAADE για φορολογικές οφειλές και μέσω ΚΕΑΟ/e-ΕΦΚΑ για οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία.

Πότε χάνεται η ρύθμιση

Ιδιαίτερα αυστηροί είναι και οι όροι για τη διατήρηση της ρύθμισης.

Ο οφειλέτης κινδυνεύει να βρεθεί εκτός εάν δεν καταβάλει δύο συνεχόμενες δόσεις, εάν καθυστερήσει την τελευταία δόση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών ή εάν δημιουργήσει νέες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς την Εφορία ή τον ΕΦΚΑ και δεν τις εξοφλήσει ή ρυθμίσει μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες.

Το πλαίσιο αυτό επιδιώκει να αποτρέψει τη δημιουργία μιας νέας γενιάς ληξιπρόθεσμων χρεών. Ταυτόχρονα, όμως, αυξάνει τις απαιτήσεις για όσους έχουν ήδη περιορισμένη δυνατότητα αποπληρωμής.

Στα 166,9 δισ. ευρώ τα χρέη προς το Δημόσιο

Η περιορισμένη ανταπόκριση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία εξαιτίας της συνεχούς διόγκωσης του ιδιωτικού χρέους προς το Δημόσιο.

Οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές φυσικών και νομικών προσώπων προς Εφορία και ασφαλιστικά ταμεία έχουν φθάσει πλέον στα 166,9 δισ. ευρώ.

Μόνο τα χρέη προς την Εφορία αγγίζουν τα 114,52 δισ. ευρώ, αποτυπώνοντας το μέγεθος του προβλήματος που καλείται να αντιμετωπίσει το οικονομικό επιτελείο.

Από αυτά, περίπου 35,26 δισ. ευρώ ή 30,8% του συνόλου έχουν χαρακτηριστεί «ανεπίδεκτα είσπραξης». Έτσι, το ποσό που θεωρείται πραγματικά εισπράξιμο περιορίζεται κοντά στα 79,2 δισ. ευρώ.

Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα στον αριθμό των οφειλετών. Συνολικά 4.797.755 φυσικά και νομικά πρόσωπα εμφανίζουν ληξιπρόθεσμα χρέη προς την Εφορία, ενώ περισσότεροι από 1,68 εκατομμύρια οφειλέτες βρίσκονται ήδη αντιμέτωποι με αναγκαστικά μέτρα είσπραξης, όπως κατασχέσεις τραπεζικών λογαριασμών και δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων.

Το στοίχημα για το υπουργείο Οικονομικών

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων σχεδιάστηκε ως μία ακόμη προσπάθεια να ανακοπεί η συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών και να δοθεί διέξοδος σε φορολογουμένους που αδυνατούν να εξυπηρετήσουν παλαιότερα χρέη.

Ωστόσο, τα πρώτα στοιχεία συμμετοχής δείχνουν ότι η ύπαρξη περισσότερων δόσεων δεν αρκεί από μόνη της για να καταστήσει μια ρύθμιση ελκυστική.

Ο χρονικός περιορισμός στα χρέη έως το τέλος του 2023, η υποχρέωση τακτοποίησης των νεότερων οφειλών, το επιτόκιο 5%-6%, η απουσία διαγραφής προσαυξήσεων και οι αυστηρές προϋποθέσεις διατήρησης δημιουργούν ένα πλαίσιο που πολλοί οφειλέτες φαίνεται ότι δυσκολεύονται να ακολουθήσουν.

Με την προθεσμία της 31ης Δεκεμβρίου να απέχει ακόμη αρκετούς μήνες, το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Εάν οι αιτήσεις συνεχίσουν να κινούνται σε χαμηλά επίπεδα, η επανεξέταση των όρων της ρύθμισης θα μπορούσε να βρεθεί ψηλότερα στην ατζέντα του οικονομικού επιτελείου, με βασικό ζητούμενο να αυξηθεί η συμμετοχή χωρίς να δημιουργηθεί νέο κύμα στρατηγικών κακοπληρωτών.