Σε έναν από τους σημαντικότερους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους δημοσιονομικούς κινδύνους για την Ελλάδα εξελίσσεται η κλιματική αλλαγή, καθώς οι συχνότερες πυρκαγιές, οι παρατεταμένοι καύσωνες και η αυξανόμενη πίεση στους υδάτινους και ενεργειακούς πόρους δημιουργούν νέες ανάγκες δισεκατομμυρίων για υποδομές και προστασία της οικονομικής δραστηριότητας.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική οικονομία λόγω της μεγάλης εξάρτησής της από τον τουρισμό, έναν κλάδο που βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής.
Ο επικεφαλής οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, Μιχάλης Αργυρού, μιλώντας στο Reuters, χαρακτηρίζει τα ακραία καιρικά φαινόμενα έναν ολοένα συχνότερο και σοβαρότερο κίνδυνο, υπογραμμίζοντας ότι η πρόκληση αφορά όχι μόνο την Ελλάδα αλλά συνολικά τις οικονομίες της Μεσογείου.
Η Αθήνα προσαρμόζει πλέον την επενδυτική στρατηγική της, με βασικό στόχο να θωρακίσει τις περιοχές που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της τουριστικής δραστηριότητας και ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν αυξανόμενες ανάγκες σε νερό, ηλεκτρική ενέργεια και ανθεκτικές υποδομές.
Στο επίκεντρο Μύκονος, Σαντορίνη, Κρήτη και Ρόδος
Το κυβερνητικό σχέδιο δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην ενίσχυση των υποδομών ύδρευσης και ενέργειας σε περιοχές όπου η μεγάλη τουριστική κίνηση πολλαπλασιάζει τις ανάγκες κατά τους θερινούς μήνες.
Στο επίκεντρο βρίσκονται κορυφαίοι τουριστικοί προορισμοί όπως η Μύκονος, η Σαντορίνη, η Κρήτη και η Ρόδος, αλλά και η Πελοπόννησος, η Ήπειρος, τα νησιά του Βορείου Αιγαίου και η Θεσσαλονίκη.
Η πρόκληση είναι διπλή. Από τη μία πλευρά, οι υψηλότερες θερμοκρασίες και οι περίοδοι ξηρασίας αυξάνουν την πίεση στα υδατικά αποθέματα. Από την άλλη, οι καύσωνες αυξάνουν κατακόρυφα τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, ιδιαίτερα λόγω της εκτεταμένης χρήσης κλιματιστικών.
Έτσι, η ανθεκτικότητα των δικτύων ύδρευσης και ηλεκτροδότησης μετατρέπεται από ζήτημα υποδομών σε κρίσιμη παράμετρο για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας του ελληνικού τουριστικού προϊόντος.
Η μεγαλύτερη τουριστική σεζόν έχει και κόστος
Η κλιματική αλλαγή δημιουργεί, ωστόσο, μια ιδιόμορφη αντίφαση για τον ελληνικό τουρισμό.
Οι υψηλότερες θερμοκρασίες διευρύνουν την τουριστική περίοδο, επιτρέποντας σε αρκετούς ελληνικούς προορισμούς να υποδέχονται περισσότερους επισκέπτες ήδη από τον Απρίλιο, ενώ η δραστηριότητα μπορεί να παραμένει ισχυρή έως τον Οκτώβριο ή ακόμη και τον Νοέμβριο.
Για την οικονομία, η εξέλιξη αυτή μπορεί να σημαίνει υψηλότερα τουριστικά έσοδα, καλύτερη αξιοποίηση των ξενοδοχειακών υποδομών και μεγαλύτερη απασχόληση.
Ταυτόχρονα, όμως, δημιουργεί αυξημένη κατανάλωση νερού και ενέργειας για μεγαλύτερο μέρος του έτους, ενώ οι υφιστάμενες υποδομές καλούνται να εξυπηρετήσουν πολύ μεγαλύτερους πληθυσμούς για μεγαλύτερη χρονική περίοδο.
Επομένως, η επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν αποτελεί ταυτόχρονα οικονομική ευκαιρία και επενδυτική πρόκληση.
Από πού θα βρεθούν τα κεφάλαια
Το ύψος των δημόσιων πόρων που θα απαιτηθούν για το νέο επενδυτικό σχέδιο δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Ο Μιχάλης Αργυρού επισημαίνει, ωστόσο, ότι μέρος της πρόσθετης χρηματοδότησης θα μπορούσε να προέλθει από τα αυξημένα φορολογικά έσοδα που δημιουργεί ο περιορισμός της παραοικονομίας.
Η βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης αποκτά έτσι μια πρόσθετη διάσταση: δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή χωρίς να απαιτείται αντίστοιχη αύξηση της φορολογίας ή του δημόσιου δανεισμού.
Παράλληλα, η κυβέρνηση επιδιώκει την κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων, ώστε το συνολικό κόστος των επενδύσεων να μην επιβαρύνει αποκλειστικά τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα θεωρείται κρίσιμη, ιδιαίτερα σε έργα που αφορούν ενεργειακές υποδομές, ύδρευση, αποθήκευση νερού και ενίσχυση της ανθεκτικότητας μεγάλων τουριστικών περιοχών.
Το νέο μεγάλο στοίχημα των ασφαλίσεων
Σημαντικό μέρος της στρατηγικής αφορά και την ασφαλιστική κάλυψη έναντι φυσικών καταστροφών.
Καθώς αυξάνεται η συχνότητα και η ένταση των ακραίων φαινομένων, αυξάνεται παράλληλα το ενδεχόμενο μεγάλων αποζημιώσεων και έκτακτων κρατικών δαπανών μετά από πυρκαγιές, πλημμύρες ή άλλες φυσικές καταστροφές.
Η κυβέρνηση εξετάζει κίνητρα προκειμένου περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις να ασφαλίσουν τις περιουσίες τους, μειώνοντας με αυτόν τον τρόπο και την ανάγκη του κράτους να καλύπτει μεγάλο μέρος των ζημιών μετά από κάθε καταστροφή.
Ταυτόχρονα, επιδιώκεται να ενθαρρυνθούν οι ασφαλιστικές εταιρείες ώστε να διαθέτουν περισσότερο προσιτά συμβόλαια για κλιματικούς κινδύνους.
Η διεύρυνση της ιδιωτικής ασφάλισης μπορεί επομένως να λειτουργήσει και ως εργαλείο δημοσιονομικής προστασίας, μεταφέροντας μέρος του κινδύνου από τον κρατικό προϋπολογισμό προς την ασφαλιστική αγορά.
Στο ραντάρ τα catastrophe bonds
Ένα ακόμη χρηματοδοτικό εργαλείο που θα μπορούσε μελλοντικά να μπει στη συζήτηση είναι τα catastrophe bonds ή «ομόλογα καταστροφών».
Πρόκειται για ειδικούς τίτλους μέσω των οποίων μέρος του οικονομικού κινδύνου μιας μεγάλης φυσικής καταστροφής μεταφέρεται στις κεφαλαιαγορές.
Η κυβέρνηση δεν σχεδιάζει προς το παρόν να προχωρήσει σε αντίστοιχη έκδοση. Ο Μιχάλης Αργυρού αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι πρόκειται για μια επιλογή που αξίζει να εξεταστεί στο μέλλον, ιδιαίτερα εάν το δημοσιονομικό κόστος από πυρκαγιές και άλλα ακραία φαινόμενα συνεχίσει να αυξάνεται.
Σε ένα περιβάλλον συχνότερων φυσικών καταστροφών, τέτοια χρηματοοικονομικά εργαλεία μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία, καθώς παρέχουν μια πρόσθετη γραμμή άμυνας απέναντι σε μεγάλες και απρόβλεπτες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις.
Η κλιματική αλλαγή γίνεται δημοσιονομικό ζήτημα
Η ουσιαστική αλλαγή στη στρατηγική της Αθήνας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται πλέον η κλιματική αλλαγή.
Δεν πρόκειται μόνο για ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, αλλά για έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει άμεσα τις δημόσιες δαπάνες, τα φορολογικά έσοδα, τις επενδύσεις, τις ασφαλίσεις, τις υποδομές και τελικά τον ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.
Μια μεγάλη πυρκαγιά ή ένα παρατεταμένο κύμα ακραίων θερμοκρασιών μπορεί να προκαλέσει ταυτόχρονα ζημιές σε υποδομές, απώλειες παραγωγής, επιβάρυνση των συστημάτων ηλεκτροδότησης και ύδρευσης, πλήγμα στον τουρισμό και ανάγκη για έκτακτες κρατικές αποζημιώσεις.
Όσο συχνότερα γίνονται αυτά τα γεγονότα, τόσο λιγότερο μπορούν να αντιμετωπίζονται ως έκτακτες και απρόβλεπτες δαπάνες.
Μετατρέπονται σταδιακά σε μόνιμη παράμετρο του δημοσιονομικού σχεδιασμού.
Η επόμενη πρόκληση για την ελληνική οικονομία
Για την Ελλάδα, το στοίχημα είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Η χώρα καλείται να διατηρήσει τη δυναμική του τουρισμού και να αξιοποιήσει την επιμήκυνση της σεζόν, χωρίς παράλληλα να εξαντλήσει τους φυσικούς πόρους και να επιβαρύνει υπέρμετρα τις υποδομές της.
Η προσαρμογή απαιτεί επενδύσεις σε νερό, ενέργεια, ανθεκτικά δίκτυα και πρόληψη φυσικών καταστροφών, αλλά και νέα χρηματοδοτικά και ασφαλιστικά εργαλεία που θα περιορίζουν την έκθεση του Δημοσίου.
Το μήνυμα είναι σαφές: το οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής δεν αποτελεί πλέον έναν μακρινό κίνδυνο.
Για μια οικονομία με ισχυρή εξάρτηση από τον τουρισμό, η προστασία των υποδομών και των φυσικών πόρων μετατρέπεται σε προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανάπτυξης, ενώ πυρκαγιές και καύσωνες εισέρχονται πλέον μόνιμα στην εξίσωση του δημοσιονομικού σχεδιασμού.
