ΕΚΤ: Έρχεται αύξηση στο 2,50% – Νέος πονοκέφαλος για δάνεια και Euribor

Μία ακόμη αύξηση επιτοκίων τον Σεπτέμβριο και στη συνέχεια μια παρατεταμένη περίοδο σταθερότητας προβλέπει η μεγάλη πλειονότητα των οικονομολόγων για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς η ενεργειακή ακρίβεια και η νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού αλλάζουν εκ νέου τα δεδομένα για τη νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με νέα δημοσκόπηση του Reuters, 57 από τους 69 οικονομολόγους, ποσοστό 83%, εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει το επιτόκιο καταθέσεων κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,50% από 2,25%, στη συνεδρίαση της 9ης και 10ης Σεπτεμβρίου.

Η πεποίθηση των αναλυτών για νέα αύξηση ενισχύεται αισθητά. Πριν από τη συνεδρίαση του Ιουλίου το αντίστοιχο ποσοστό βρισκόταν στο 72%, ενώ τον Ιούνιο ήταν περίπου 65%.

Περίπου οκτώ στους δέκα οικονομολόγους εκτιμούν ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα κλείσει το 2026 στο 2,50%, ενώ το 63% προβλέπει ότι θα παραμείνει σε αυτό το επίπεδο τουλάχιστον έως το τρίτο τρίμηνο του 2027.

Η ενέργεια αλλάζει τα δεδομένα

Ο βασικός παράγοντας πίσω από τη μετατόπιση των προσδοκιών είναι η ενεργειακή ακρίβεια. Οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν περίπου 25% υψηλότερα από τα επίπεδα πριν από την έναρξη του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, δημιουργώντας νέο πληθωριστικό πονοκέφαλο για τη Φρανκφούρτη.

Ο πληθωρισμός της Ευρωζώνης αυξήθηκε τον Ιούλιο στο 2,9%, απομακρυνόμενος από τον στόχο του 2% της ΕΚΤ. Οι οικονομολόγοι αναθεώρησαν παράλληλα υψηλότερα τις εκτιμήσεις τους για τα δύο τελευταία τρίμηνα του 2026, στο 3% και 3,2% αντίστοιχα.

Η επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% δεν αναμένεται πλέον πριν από το τρίτο τρίμηνο του 2027.

Η μεγάλη ανησυχία της ΕΚΤ είναι κατά πόσο η ενεργειακή επιβάρυνση θα περιοριστεί στις άμεσες αυξήσεις του κόστους ή θα περάσει στις τιμές περισσότερων αγαθών και υπηρεσιών. Η εμφάνιση ισχυρών δευτερογενών επιπτώσεων θα μπορούσε να καταστήσει τον πληθωρισμό περισσότερο επίμονο και να δυσκολέψει ακόμη περισσότερο την επιστροφή του στον στόχο.

Η οικονομία αντέχει – Περισσότερο περιθώριο για την ΕΚΤ

Το άλλο κομμάτι της εξίσωσης είναι ότι η οικονομία της Ευρωζώνης εμφανίζεται ανθεκτικότερη από τις προηγούμενες προβλέψεις.

Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,4% στο δεύτερο τρίμηνο, ενώ οι οικονομολόγοι αναβάθμισαν την πρόβλεψή τους για την ανάπτυξη στο σύνολο του 2026 στο 0,8%, από 0,5% προηγουμένως.

Η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της οικονομίας προσφέρει στην ΕΚΤ περισσότερο χώρο για μία ακόμη αύξηση των επιτοκίων χωρίς τον άμεσο φόβο ότι θα οδηγήσει την Ευρωζώνη σε ύφεση.

Τι σημαίνει για Euribor και δόσεις δανείων

Για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η προοπτική αύξησης του επιτοκίου καταθέσεων στο 2,50% σημαίνει ότι η περίοδος αποκλιμάκωσης του κόστους χρήματος μπαίνει τουλάχιστον προσωρινά στον «πάγο».

Η αύξηση της ΕΚΤ δεν περνά αυτομάτως και στο σύνολό της στο Euribor, καθώς τα διατραπεζικά επιτόκια προεξοφλούν τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Μια πιο αυστηρή ΕΚΤ, ωστόσο, ασκεί ανοδικές πιέσεις στα επιτόκια αναφοράς και κατ’ επέκταση στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου.

Ενδεικτικά, εάν μια αύξηση 25 μονάδων βάσης περνούσε εξ ολοκλήρου σε ένα στεγαστικό με υπόλοιπο 100.000 ευρώ, διάρκεια 20 ετών και επιτόκιο 4%, η μηνιαία δόση θα αυξανόταν από περίπου 606 ευρώ στα 619 ευρώ.

Η διαφορά των περίπου 13 ευρώ τον μήνα μπορεί να φαίνεται περιορισμένη, αλλά έρχεται να προστεθεί στο ήδη αυξημένο ενεργειακό και γενικότερο κόστος διαβίωσης.

Για τις επιχειρήσεις, η παραμονή των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα έως το 2027 συνεπάγεται ακριβότερη χρηματοδότηση και αναχρηματοδότηση, επηρεάζοντας δυνητικά και τις νέες επενδύσεις.

Για τις τράπεζες, αντίθετα, η εξίσωση είναι διπλή. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να προσφέρουν στήριξη στα καθαρά έσοδα από τόκους, αλλά ταυτόχρονα ενδέχεται να περιορίσουν τη ζήτηση για νέα δάνεια και να αυξήσουν τον πιστωτικό κίνδυνο.

Το «φάντασμα» του 2011

Η προοπτική δύο αυξήσεων επιτοκίων μέσα σε λίγους μήνες επαναφέρει αναπόφευκτα τις συγκρίσεις με το 2011.

Τότε η ΕΚΤ είχε αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές, τον Απρίλιο και τον Ιούλιο, επιχειρώντας να αναχαιτίσει έναν πληθωρισμό που επίσης τροφοδοτούνταν σε σημαντικό βαθμό από την ενέργεια.

Οι αυξήσεις εκείνες ανατράπηκαν πριν από το τέλος του ίδιου έτους, καθώς η ευρωπαϊκή κρίση χρέους κλιμακώθηκε. Εκ των υστέρων, αρκετοί οικονομολόγοι χαρακτήρισαν εκείνη τη νομισματική σύσφιγξη λανθασμένη, καθώς επιβάρυνε μία ήδη εύθραυστη οικονομία.

Οι συνθήκες του 2026 είναι διαφορετικές, αλλά το δίλημμα για την ΕΚΤ παρουσιάζει ομοιότητες: αν κινηθεί πολύ επιθετικά απέναντι σε έναν πληθωρισμό που προέρχεται κυρίως από εξωγενείς ενεργειακές πιέσεις, κινδυνεύει να πλήξει την ανάπτυξη. Αν καθυστερήσει, όμως, υπάρχει ο κίνδυνος οι αυξήσεις των τιμών να περάσουν βαθύτερα στην οικονομία και να αποκτήσουν μεγαλύτερη διάρκεια.

Η δημοσκόπηση του Reuters δείχνει ότι η πλάστιγγα έχει πλέον γείρει καθαρά προς μία αύξηση τον Σεπτέμβριο και στη συνέχεια προς μια μακρά περίοδο αναμονής στο 2,50%. Το αν αυτό θα αποδειχθεί πράγματι το τέλος του νέου κύκλου σύσφιγξης θα εξαρτηθεί κυρίως από δύο παράγοντες: το πετρέλαιο και την ταχύτητα με την οποία θα αποκλιμακωθεί ο πληθωρισμός.