Παγκόσμιος συναγερμός στα ομόλογα: Οι αποδόσεις σε υψηλά δεκαετιών – Το αμερικανικό 10ετές κοιτάζει το 5%

Σε μια νέα και σαφώς πιο επικίνδυνη φάση εισέρχονται οι διεθνείς αγορές ομολόγων, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων στις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου εκτοξεύονται σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες. ΗΠΑ, Ευρώπη και Ιαπωνία βρίσκονται αντιμέτωπες με έναν δύσκολο συνδυασμό: διογκούμενο δημόσιο χρέος, επίμονο πληθωρισμό, ακριβότερο πετρέλαιο και αυξημένες ανάγκες χρηματοδότησης.

Το sell-off στα ομόλογα δεν αποτελεί πλέον μια τοπική ή προσωρινή κίνηση. Οι πιέσεις έχουν αποκτήσει παγκόσμιο χαρακτήρα και, κυρίως, αρχίζουν να μεταφέρονται στις μετοχές, στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Όσο αυξάνονται οι κρατικές αποδόσεις, τόσο ακριβότερη γίνεται η χρηματοδότηση ολόκληρης της οικονομίας, από τα στεγαστικά και τα εταιρικά δάνεια μέχρι τις νέες εκδόσεις χρέους.

Στο 4,71% το αμερικανικό 10ετές – Επόμενο ορόσημο το 5%

Στο επίκεντρο βρίσκεται η μεγαλύτερη αγορά κρατικών ομολόγων στον κόσμο. Η απόδοση του 10ετούς αμερικανικού Treasury κινείται γύρω στο 4,71%, ενώ οι αποδόσεις των 30ετών τίτλων έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007.

Για τις αγορές, το κρίσιμο επίπεδο είναι πλέον το 5% στο 10ετές. Μια καθαρή διάσπαση αυτού του ορίου θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες όχι μόνο στα Treasuries, αλλά σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Και αυτό γιατί όσο αυξάνεται η απόδοση ενός θεωρητικά ασφαλούς κρατικού τίτλου τόσο μεγαλύτερη απόδοση πρέπει να προσφέρουν οι μετοχές και τα υπόλοιπα assets ώστε να δικαιολογείται ο πρόσθετος κίνδυνος που αναλαμβάνει ο επενδυτής.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη μεγαλύτερο λόγω του αμερικανικού δημόσιου χρέους, το οποίο πλησιάζει πλέον τα 40 τρισ. δολάρια. Σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, το κόστος αναχρηματοδότησης ενός τόσο μεγάλου χρέους αυξάνεται δραματικά, επιβαρύνοντας τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό και δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο μεγαλύτερων αναγκών δανεισμού.

Το πετρέλαιο ξαναφέρνει τον φόβο του πληθωρισμού

Στη δύσκολη δημοσιονομική εξίσωση έχει προστεθεί η γεωπολιτική αβεβαιότητα και ειδικότερα η σύγκρουση με το Ιράν.

Η άνοδος του πετρελαίου πάνω από τα 90 δολάρια το βαρέλι αναζωπυρώνει τους φόβους ότι ο πληθωρισμός μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο επίμονος από ό,τι υπολόγιζαν μέχρι πρόσφατα οι αγορές.

Για τις κεντρικές τράπεζες αυτό αποτελεί ιδιαίτερα δυσμενή εξέλιξη. Ένα νέο ενεργειακό σοκ περιορίζει τα περιθώρια χαλάρωσης της νομισματικής πολιτικής, ακριβώς τη στιγμή που η παγκόσμια οικονομία αρχίζει να αισθάνεται περισσότερο τις επιπτώσεις του υψηλού κόστους χρήματος.

Οι επενδυτές, επομένως, καλούνται να τιμολογήσουν ταυτόχρονα τον κίνδυνο υψηλότερου πληθωρισμού και ασθενέστερης ανάπτυξης.

Το «καμπανάκι» του term premium

Ακόμη πιο σημαντική είναι η μεταβολή στη συμπεριφορά των επενδυτών απέναντι στο μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος.

Το λεγόμενο term premium, δηλαδή η επιπλέον απόδοση που απαιτεί ένας επενδυτής για να δεσμεύσει τα χρήματά του σε ένα μακροπρόθεσμο κρατικό ομόλογο αντί να επενδύει διαδοχικά σε βραχυπρόθεσμους τίτλους, βρίσκεται περίπου στις 80 μονάδες βάσης, κοντά στα υψηλότερα επίπεδα των τελευταίων 12 ετών.

Η εξέλιξη υποδηλώνει ότι οι αγορές δεν ανησυχούν πλέον μόνο για την πορεία των βασικών επιτοκίων. Ζητούν μεγαλύτερη αποζημίωση για τον δημοσιονομικό, πληθωριστικό και πολιτικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν αγοράζοντας μακροπρόθεσμο κρατικό χρέος.

Με απλά λόγια, οι κυβερνήσεις πρέπει πλέον να πληρώνουν ακριβότερα για να πείσουν τους επενδυτές να τις χρηματοδοτήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Στα ύψη οι αποδόσεις και σε Ευρώπη – Ιαπωνία

Η αναταραχή δεν περιορίζεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στη Γερμανία, η απόδοση του 10ετούς Bund κινήθηκε στα υψηλότερα επίπεδα από το 2011, ενώ στη Γαλλία οι αποδόσεις έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008.

Στη Βρετανία, το κόστος 30ετούς δανεισμού πλησίασε εκ νέου τις κορυφές του Μαΐου, όταν είχε βρεθεί στα υψηλότερα επίπεδα από το 1998.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η μεταβολή στην Ιαπωνία. Η απόδοση του 10ετούς ιαπωνικού ομολόγου έχει φθάσει σε υψηλό περίπου 30 ετών, καθώς οι αγορές προεξοφλούν περαιτέρω σύσφιγξη της νομισματικής πολιτικής από την Τράπεζα της Ιαπωνίας.

Οι αποδόσεις των 30ετών ιαπωνικών τίτλων έχουν ξεπεράσει το 4%, αλλάζοντας μια ισορροπία που ίσχυε επί δεκαετίες στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίου.

Γιατί η Ιαπωνία μπορεί να γίνει πρόβλημα για τα Treasuries

Η άνοδος των ιαπωνικών αποδόσεων έχει ιδιαίτερη σημασία για τις ΗΠΑ.

Οι Ιάπωνες επενδυτές αποτελούσαν παραδοσιακά έναν από τους σημαντικότερους αγοραστές αμερικανικών κρατικών ομολόγων, αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις στο εξωτερικό λόγω των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων στην εγχώρια αγορά.

Τώρα η εξίσωση αλλάζει.

Όσο περισσότερο ανεβαίνουν οι αποδόσεις των ιαπωνικών κρατικών τίτλων, τόσο πιο ελκυστικό γίνεται για έναν Ιάπωνα επενδυτή να διατηρεί τα κεφάλαιά του στην εγχώρια αγορά, χωρίς να αναλαμβάνει συναλλαγματικό κίνδυνο.

Εάν αυτή η τάση ενισχυθεί, οι ΗΠΑ μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με μικρότερη ζήτηση από μία από τις σημαντικότερες παραδοσιακές πηγές χρηματοδότησής τους.

Ήδη οι τοποθετήσεις ξένων επενδυτών σε αμερικανικά κρατικά ομόλογα μειώθηκαν τον Ιούνιο, με την πτώση να προέρχεται κυρίως από Ιαπωνία, Βρετανία και Κίνα.

Η AI μπαίνει στην αγορά χρέους

Στην πίεση που προκαλούν οι κυβερνήσεις προστίθεται ένας νέος και ιδιαίτερα ισχυρός ανταγωνιστής για τα διαθέσιμα κεφάλαια: η τεχνητή νοημοσύνη.

Οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι επενδύουν τεράστια ποσά σε data centers, chips, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και άλλες υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη της AI.

Μέρος αυτών των επενδύσεων χρηματοδοτείται μέσω της αγοράς χρέους. Αυτό σημαίνει ότι οι λεγόμενοι AI hyperscalers ανταγωνίζονται πλέον τα κράτη για επενδυτικά κεφάλαια, ακριβώς τη στιγμή που οι κυβερνήσεις χρειάζονται ολοένα περισσότερα χρήματα για να καλύψουν τα αυξημένα ελλείμματα και να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους.

Η τεράστια προσφορά νέου κρατικού και εταιρικού χρέους απαιτεί υψηλότερες αποδόσεις προκειμένου να προσελκύσει επαρκή ζήτηση.

Από τα ομόλογα στις μετοχές

Οι επιπτώσεις έχουν ήδη περάσει στις χρηματιστηριακές αγορές.

Ο Nasdaq και ο ευρωπαϊκός STOXX 600 δέχθηκαν πιέσεις, καθώς η άνοδος των αποδόσεων χτυπά κυρίως τις μετοχές υψηλών αποτιμήσεων και ιδιαίτερα την τεχνολογία.

Οι εταιρείες ανάπτυξης είναι περισσότερο ευάλωτες σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, επειδή μεγάλο μέρος της σημερινής αποτίμησής τους βασίζεται στα κέρδη που αναμένεται να παράγουν στο μέλλον. Όσο αυξάνεται το προεξοφλητικό επιτόκιο τόσο μειώνεται η σημερινή αξία αυτών των μελλοντικών ταμειακών ροών.

Γι’ αυτό και το sell-off στα ομόλογα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε πρόβλημα για τις μετοχές, ειδικά μετά το μεγάλο ράλι που έχει προηγηθεί σε αρκετούς τεχνολογικούς τίτλους.

Η μεγάλη μάχη γύρω από το 5%

Το επόμενο διάστημα, όλα τα βλέμματα στρέφονται στην απόδοση του αμερικανικού 10ετούς.

Το 5% αποτελεί πλέον ένα ψυχολογικό αλλά και ουσιαστικό όριο. Εάν ξεπεραστεί με διάρκεια, θα μπορούσε να προκαλέσει νέα επανατιμολόγηση στις αγορές μετοχών, να αυξήσει περαιτέρω το κόστος εταιρικού δανεισμού και να ασκήσει πρόσθετες πιέσεις στην αμερικανική οικονομία.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν οι υψηλότερες αποδόσεις θα αρχίσουν τελικά να προσελκύουν αγοραστές και να σταθεροποιήσουν την αγορά ή εάν ο συνδυασμός τεράστιου δημόσιου χρέους, πετρελαίου άνω των 90 δολαρίων, γεωπολιτικών κινδύνων και πρωτοφανών αναγκών χρηματοδότησης για την AI θα διατηρήσει τις πιέσεις.

Σε αυτή την περίπτωση, οι αγορές μπορεί να βρίσκονται μπροστά σε κάτι μεγαλύτερο από ένα ακόμη sell-off στα ομόλογα: μια νέα εποχή μόνιμα ακριβότερου χρήματος, με συνέπειες για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις, νοικοκυριά και χρηματιστήρια.