Αντίστροφα μετρά ο χρόνος για την ένταξη χιλιάδων επιχειρήσεων στην υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση, με την ΑΑΔΕ να αποστέλλει τις τελευταίες ημέρες ηλεκτρονικά μηνύματα στους υπόχρεους, υπενθυμίζοντας τις προθεσμίες αλλά και τις κυρώσεις σε περίπτωση μη υποβολής ή εκπρόθεσμης υποβολής της απαιτούμενης δήλωσης.
Από την 1η Οκτωβρίου 2026 ξεκινά η δεύτερη και τελευταία φάση εφαρμογής του νέου συστήματος, στην οποία εντάσσονται οι επιχειρήσεις που έχουν δηλώσει ακαθάριστα έσοδα έως και 1 εκατ. ευρώ, με βάση τη δήλωση για το φορολογικό έτος που άρχισε εντός του 2023.
Οι επιχειρήσεις με ακαθάριστα έσοδα άνω του 1 εκατ. ευρώ έχουν ήδη ενταχθεί στην υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση από τις 2 Μαρτίου 2026.
Ποιες συναλλαγές αφορά
Η νέα υποχρέωση καλύπτει τις συναλλαγές χονδρικής B2B που πραγματοποιούνται εντός Ελλάδας, καθώς και συναλλαγές με τρίτες χώρες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παράλληλα, αφορά συναλλαγές με φορείς της Γενικής Κυβέρνησης B2G, στις περιπτώσεις για τις οποίες δεν προβλέπεται ήδη υποχρεωτική ηλεκτρονική τιμολόγηση βάσει ειδικότερων διατάξεων.
Στα μηνύματα που αποστέλλει η ΑΑΔΕ στους υπόχρεους επισημαίνεται ότι η εφαρμογή του μέτρου προβλέπεται από την Α.1128/2025 Κοινή Απόφαση του Υφυπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του Διοικητή της Αρχής.
Μεταβατική περίοδος έως το τέλος του έτους
Για τις επιχειρήσεις της δεύτερης φάσης προβλέπεται περίοδος σταδιακής συμμόρφωσης από την 1η Οκτωβρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026.
Στο συγκεκριμένο διάστημα θα επιτρέπεται η παράλληλη χρήση των υφιστάμενων τρόπων έκδοσης και διαβίβασης παραστατικών, ώστε οι επιχειρήσεις να έχουν τον απαραίτητο χρόνο προσαρμογής στο νέο καθεστώς.
Απαραίτητη προϋπόθεση, ωστόσο, είναι να υποβληθεί η σχετική δήλωση στο myDATA, με ημερομηνία έναρξης χρήσης των υπηρεσιών ηλεκτρονικής τιμολόγησης το αργότερο την 1η Οκτωβρίου 2026.
Η δήλωση μπορεί να υποβληθεί εμπρόθεσμα έως τις 12 Οκτωβρίου 2026.
Η συγκεκριμένη προθεσμία βρίσκεται και στο επίκεντρο των ηλεκτρονικών μηνυμάτων της ΑΑΔΕ, καθώς η Αρχή προειδοποιεί ότι η μη υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή της πληροφοριακής δήλωσης συνεπάγεται τις προβλεπόμενες κυρώσεις.
Υποχρεωτική και η αποδοχή των τιμολογίων
Το νέο καθεστώς δεν δημιουργεί υποχρεώσεις μόνο για τις επιχειρήσεις που εκδίδουν ηλεκτρονικά τιμολόγια.
Η αποδοχή ηλεκτρονικών τιμολογίων από τους λήπτες είναι ήδη υποχρεωτική από τις 2 Μαρτίου 2026, γεγονός που σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να έχουν προσαρμόσει τα συστήματα και τις διαδικασίες τους ώστε να μπορούν να λαμβάνουν και να διαχειρίζονται τα σχετικά παραστατικά.
Με την ένταξη από την 1η Οκτωβρίου και των επιχειρήσεων με έσοδα έως 1 εκατ. ευρώ, ολοκληρώνεται η δεύτερη και τελευταία περίοδος εφαρμογής της υποχρεωτικής ηλεκτρονικής τιμολόγησης, ενώ το τελευταίο τρίμηνο του έτους θα λειτουργήσει ως μεταβατικό διάστημα πριν από την πλήρη εφαρμογή του νέου καθεστώτος.
Έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων
Σύμφωνα με την ενημέρωση της ΑΑΔΕ, η έκδοση ηλεκτρονικών τιμολογίων πραγματοποιείται αποκλειστικά με τους ακόλουθους δύο τρόπους:
- Μέσω παρόχου: με τη χρήση υπηρεσιών παρόχου ηλεκτρονικής έκδοσης στοιχείων.
- Μέσω των δωρεάν εφαρμογών της ΑΑΔΕ: με τη χρήση της εφαρμογής «timologio» και της εφαρμογής για κινητές συσκευές «myDATAapp», οι οποίες προσφέρουν τη δυνατότητα ψηφιακής έκδοσης των παραστατικών της επιχείρησης και ταυτόχρονης διαβίβασής τους στην πλατφόρμα myDATA.
Οι ποινές
Η μη υποβολή ή η εκπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης επιφέρει τις κυρώσεις του άρθρου 53 του ΚΦΔ.
Αντίστοιχα, η έκδοση τιμολογίου με μη προβλεπόμενο τρόπο θεωρείται μη έκδοση και επιφέρει τα πρόστιμα του άρθρου 57 του ν. 5104/2024. Για στοιχεία που επιβαρύνονται με ΦΠΑ, προβλέπεται πρόστιμο ίσο με το 50% του φόρου, με ελάχιστο ποσό τα 250 ή τα 500 ευρώ. Για στοιχεία χωρίς ΦΠΑ, το πρόστιμο ανέρχεται σε 500 ή 1.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο, ανάλογα με το τηρούμενο λογιστικό σύστημα.
Αναλυτικότερα, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο:
- Οι παραλείψεις ή οι παραβάσεις κατά τη διαδικασία έκδοσης και διαβίβασης ηλεκτρονικών τιμολογίων μπορούν να οδηγήσουν σε πρόστιμα από 250 έως και 2.500 ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις τα ποσά αυξάνονται σημαντικά σε περίπτωση υποτροπής.
- Για τη μη έκδοση τιμολογίου επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 50% του ΦΠΑ που θα προέκυπτε από κάθε παραστατικό το οποίο, κατά τον έλεγχο, διαπιστώνεται ότι δεν εκδόθηκε νόμιμα. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 250 ευρώ, όταν ο φορολογούμενος είναι υπόχρεος τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος, και των 500 ευρώ, όταν είναι υπόχρεος τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε περίπτωση υποτροπής, επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 100% του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της αντίστοιχης διαφοράς. Το πρόστιμο δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 500 ευρώ για τους υπόχρεους τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 1.000 ευρώ για τους υπόχρεους τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Σε κάθε νέα υποτροπή επιβάλλεται πρόστιμο ίσο με το 200% του φόρου που θα προέκυπτε από το μη εκδοθέν στοιχείο ή επί της αντίστοιχης διαφοράς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να είναι κατώτερο, αθροιστικά ανά φορολογικό έλεγχο, των 1.000 ευρώ για τους υπόχρεους τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και των 2.000 ευρώ για τους υπόχρεους τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος.
- Επιβάλλεται, επίσης, πρόσθετο πρόστιμο ύψους 500 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για τους υπόχρεους τήρησης απλογραφικού λογιστικού συστήματος και 1.000 ευρώ ανά φορολογικό έλεγχο για τους υπόχρεους τήρησης διπλογραφικού λογιστικού συστήματος. Ειδικά σε πρόσωπο που δεν υποβάλλει ή υποβάλλει ανακριβή στοιχεία σχετικά με τις υποχρεώσεις του προβλέπεται πρόστιμο ύψους 2.500 ευρώ.
Δεν αποκλείεται παράταση
Σε κάθε περίπτωση, με την ηλεκτρονική τιμολόγηση απλοποιείται η καθημερινότητα των επιχειρήσεων, ενώ η φορολογική διοίκηση αποκτά άμεση εικόνα των συναλλαγών μέσω της ψηφιοποίησής τους.
Παράλληλα, διευκολύνονται η ενημέρωση των ηλεκτρονικών βιβλίων και η προσυμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων.
Πάντως, δεν αποκλείεται να δοθεί παράταση στην εφαρμογή του μέτρου, με την ημερομηνία έναρξης να μετατίθεται για την 1η Μαρτίου 2027, καθώς αυτό αποτελεί βασικό αίτημα της αγοράς.
