Πληθωρισμό τουλάχιστον 3,2%, με κίνδυνο να κινηθεί ακόμη υψηλότερα, και ανάπτυξη 1,9% προβλέπει για το 2026 το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή. Η επιμονή της ακρίβειας, η νέα ενεργειακή αναταραχή και το αυξημένο κόστος δανεισμού διαμορφώνουν ένα δύσκολο περιβάλλον για την ελληνική οικονομία, την ώρα που τα δημοσιονομικά περιθώρια για πρόσθετα μέτρα στήριξης παραμένουν περιορισμένα.
Παρουσιάζοντας την τριμηνιαία έκθεση του Σεπτεμβρίου, ο επικεφαλής του Γραφείου, Ιωάννης Τσουκαλάς, εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός για την πορεία των τιμών έως το τέλος του έτους.
«Δεν βλέπω πώς μπορούμε να κλείσουμε κάτω από 3,2%. Θα είναι θαύμα το αντίθετο», ανέφερε, ενώ για το 2027 σημείωσε ότι η αυξημένη αβεβαιότητα δεν επιτρέπει ασφαλή πρόβλεψη για την πορεία του πληθωρισμού.
Για την ανάπτυξη, η βασική εκτίμηση του Γραφείου παραμένει στο 1,9% για το 2026, με το εύρος της πρόβλεψης να διαμορφώνεται μεταξύ 1,7% και 2%. Το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% στο β΄ τρίμηνο σε ετήσια βάση, έναντι 1,2% στην Ευρωζώνη. Επικολλημένο κείμενο
«Δεν έχουμε περιθώρια για το ενεργειακό τσουνάμι»
Κεντρικό ζήτημα αποτελεί η νέα ενεργειακή αναταραχή και οι επιπτώσεις που μπορεί να έχει τόσο στις τιμές όσο και στα δημόσια οικονομικά. Ο κ. Τσουκαλάς ήταν σαφής ως προς τις δυνατότητες του κρατικού προϋπολογισμού να επαναλάβει μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις.
«Δεν έχουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια για να καλύψουμε αυτό το ενεργειακό τσουνάμι που έχουμε μπροστά μας», ανέφερε.
Το Γραφείο τάσσεται υπέρ της στοχευμένης στήριξης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερες πιέσεις και όχι υπέρ γενικευμένων παρεμβάσεων.
«Δεν είμαστε υπέρ των οριζόντιων μέτρων», σημείωσε ο επικεφαλής του Γραφείου, προσθέτοντας ότι «δεν μπορεί το κράτος να σώζει τους πάντες και τα πάντα».
Το ΓΠΚΒ επισημαίνει ότι η στήριξη πρέπει να κατευθύνεται εκεί όπου υπάρχει πραγματική ανάγκη, καθώς τα διαθέσιμα περιθώρια για νέες δαπάνες είναι στενά. Επικολλημένο κείμενο
Στο 3,7% ο πληθωρισμός τον Αύγουστο
Η εικόνα των τιμών αποτελεί μία από τις βασικές πηγές προβληματισμού. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα διαμορφώθηκε τον Αύγουστο στο 3,7%, παραμένοντας υψηλότερος από το 3,2% της Ευρωζώνης.
Το Γραφείο επισημαίνει ότι η επίμονη απόκλιση του ελληνικού πληθωρισμού από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο επιβαρύνει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και ασκεί πιέσεις στο Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών. Επικολλημένο κείμενο
Οι ενεργειακές τιμές αποτελούν έναν επιπλέον παράγοντα αβεβαιότητας, καθώς ενδεχόμενη παράταση των αναταράξεων μπορεί να μεταφερθεί εκ νέου στο κόστος παραγωγής, στις μεταφορές και τελικά στις τιμές καταναλωτή.
Την ίδια στιγμή, το υψηλότερο κόστος χρήματος αυξάνει τις πιέσεις στην οικονομία, καθώς η παραμονή των επιτοκίων σε αυξημένα επίπεδα επιβαρύνει το κόστος χρηματοδότησης επιχειρήσεων και νοικοκυριών και μπορεί να λειτουργήσει ανασταλτικά για νέες επενδύσεις.
Στο 1,9% η ανάπτυξη
Παρά τις πιέσεις, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Η αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,9% στο β΄ τρίμηνο στηρίχθηκε στην ιδιωτική κατανάλωση, στις εξαγωγές και κυρίως στις επενδύσεις.
Η ιδιωτική κατανάλωση αυξήθηκε κατά 1,7%, η δημόσια κατανάλωση κατά 1% και οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών κατά 2,2%.
Ιδιαίτερα ισχυρή ήταν η εικόνα των επενδύσεων παγίου κεφαλαίου, οι οποίες ενισχύθηκαν κατά 6,1%.
Στον αντίποδα, οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 3,7%, ασκώντας αρνητική επίδραση στην ανάπτυξη. Οι εισαγωγές υπηρεσιών ενισχύθηκαν κατά 8,3% και οι εισαγωγές αγαθών κατά 2%. Επικολλημένο κείμενο
Κάθε 1 ευρώ επενδύσεων προσθέτει έως 2,25 ευρώ στο ΑΕΠ
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η έκθεση στην αποτελεσματικότητα των δημόσιων δαπανών και ειδικά στις επενδύσεις.
Η μελέτη του ΓΠΚΒ δείχνει ότι κάθε 1 ευρώ δημόσιων επενδύσεων συνδέεται με περίπου 1,7 ευρώ πρόσθετου ΑΕΠ σε ορίζοντα δύο ετών, ενώ σε βάθος τριετίας η σωρευτική επίδραση φθάνει περίπου τα 2,25 ευρώ.
Για τη δημόσια κατανάλωση, τα αντίστοιχα μεγέθη περιορίζονται σε 1,14 ευρώ στα δύο χρόνια και 1,06 ευρώ στα τρία χρόνια. Επικολλημένο κείμενο
Η αύξηση των δημόσιων επενδύσεων συνδέεται επίσης, με χρονική υστέρηση, με ενίσχυση των επιχειρηματικών επενδύσεων έως περίπου 2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το επίπεδο στο οποίο θα βρίσκονταν χωρίς τη συγκεκριμένη δημόσια δαπάνη.
Το εύρημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει της ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης, καθώς η ελληνική οικονομία θα πρέπει να διατηρήσει την επενδυτική της δυναμική με μεγαλύτερη συμμετοχή εθνικών και ιδιωτικών πόρων.
Πρωτογενές πλεόνασμα 11,3 δισ. ευρώ
Ισχυρή παραμένει η εικόνα στο δημοσιονομικό μέτωπο. Για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2026, το προσαρμοσμένο Ενοποιημένο Πρωτογενές Αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης εμφάνισε πλεόνασμα 11,302 δισ. ευρώ ή 4,3% του ΑΕΠ.
Το αποτέλεσμα είναι αυξημένο κατά 1,995 δισ. ευρώ σε σύγκριση με το αντίστοιχο επτάμηνο του 2025.
Τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά 2,037 δισ. ευρώ, ενώ στην πλευρά των δαπανών καταγράφηκε αύξηση κατά 4,916 δισ. ευρώ. Από αυτήν, τα 3,190 δισ. ευρώ προήλθαν από την αύξηση των πρωτογενών δαπανών και τα 1,471 δισ. ευρώ από τις αυξημένες δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων και του Ταμείου Ανάκαμψης. Επικολλημένο κείμενο
Λιγότερο ευάλωτα τα ελληνικά ομόλογα
Η έκθεση καταγράφει παράλληλα σημαντική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι αγορές το ελληνικό χρέος.
Κατά την περίοδο της πανδημίας, τα ελληνικά ομόλογα εμφάνιζαν τη μεγαλύτερη ευαισθησία στις διεθνείς αναταράξεις μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης που εξετάζονται. Μετά το 2022, όμως, η ευαισθησία τους υποχώρησε σημαντικά, με την Ελλάδα να κινείται πλέον πιο κοντά στην Ιταλία και την Πορτογαλία.
Καθοριστικό ρόλο έπαιξαν τα πρωτογενή πλεονάσματα και η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ κατά περίπου 34 ποσοστιαίες μονάδες. Επικολλημένο κείμενο
Η βελτίωση αυτή, ωστόσο, δεν θεωρείται δεδομένη. Καθώς μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους περνά σταδιακά από τον επίσημο στον ιδιωτικό τομέα, οι αγορές αναμένεται να γίνονται περισσότερο ευαίσθητες στις δημοσιονομικές επιλογές.
Το στοίχημα μετά το Ταμείο Ανάκαμψης
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση αφορά τη διατήρηση της επενδυτικής δυναμικής μετά την ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ αυξήθηκαν από 11,3% το 2018 σε 16,9% το 2025, χωρίς ωστόσο να έχει καλυφθεί το επενδυτικό κενό έναντι της Ευρωζώνης. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας βρίσκεται περίπου στο 55% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Επικολλημένο κείμενο
Στις βασικές διαρθρωτικές προκλήσεις παραμένουν επίσης το έλλειμμα του Ισοζυγίου Τρεχουσών Συναλλαγών, η εξάρτηση από εισαγωγές, ο υψηλότερος πληθωρισμός σε σχέση με την Ευρωζώνη και η απόσταση των μισθών από τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού δίνει έτσι ιδιαίτερη έμφαση στη σύνθεση των δημόσιων δαπανών, επισημαίνοντας ότι η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνδυαστεί με επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και το παραγωγικό δυναμικό της οικονομίας.
