
Ο SSM ζητά από τις ελληνικές τράπεζες να κόψουν ταχύτητα στις χορηγήσεις. Η σύσταση είναι σωστή για τη Βουλγαρία και μισή για την Ελλάδα, όπου το πρόβλημα δεν είναι πόσα δάνεια δίνονται αλλά πόσο κοστίζουν και ποιος τα πληρώνει.
Το μήνυμα των εποπτών
Στις πρόσφατες συναντήσεις των κλιμακίων του SSM με τις ελληνικές τράπεζες, το μήνυμα ήταν καθαρό. Προσοχή στην πιστωτική επέκταση, και ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στις χορηγήσεις των θυγατρικών εξωτερικού. Το σκεπτικό είναι απλό. Τα επιτόκια ανεβαίνουν, αναμένεται να ανέβουν κι άλλο, και κάθε δάνειο που δίνεται σήμερα θα δοκιμαστεί αύριο με ακριβότερο χρήμα.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για τον Αύγουστο δείχνουν ότι ο ετήσιος ρυθμός της τραπεζικής χρηματοδότησης προς τον ιδιωτικό τομέα ανέβηκε στο 7,1%, από 6,8% τον Ιούλιο. Το μεσοσταθμικό επιτόκιο των νέων δανείων αυξήθηκε κατά 11 μονάδες βάσης, στο 4,79%. Τα επιχειρηματικά δάνεια τακτής λήξης με κυμαινόμενο επιτόκιο έφτασαν στο 4,35%, τα αντίστοιχα προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο 4,58% και τα καταναλωτικά χωρίς καθορισμένη διάρκεια στο 14,59%.
Μόνη εξαίρεση τα στεγαστικά με κυμαινόμενο επιτόκιο, που υποχώρησαν κατά 14 μονάδες βάσης, στο 3,39%. Η εικόνα αυτή δύσκολα θα κρατήσει. Τα στοιχεία Σεπτεμβρίου, που θα ανακοινωθούν στο τέλος Οκτωβρίου, θα ενσωματώνουν την αύξηση του βασικού επιτοκίου της ΕΚΤ από το 2,25% στο 2,50%.
Η Βουλγαρία είναι το πραγματικό καμπανάκι
Εδώ ο επόπτης έχει δίκιο χωρίς αστερίσκους. Στη Βουλγαρία οι χορηγήσεις αυξάνονται με ρυθμό 16,06%. Τα δάνεια προς νοικοκυριά τρέχουν με 20,8% τον χρόνο, όταν ο μέσος όρος της ευρωζώνης είναι 3,1%, δηλαδή σχεδόν επταπλάσια ταχύτητα. Τα στεγαστικά ανεβαίνουν 25,2% και τα καταναλωτικά 15,9%, σε μια χώρα όπου οι μισθοί αυξήθηκαν 80% έως 90% μέσα σε τρία χρόνια και η είσοδος στο ευρώ έχει φέρει ευφορία.
Ο Έλληνας αναγνώστης το έχει ξαναδεί αυτό το έργο, και μάλιστα από την πρώτη σειρά. Νέο νόμισμα, φθηνότερο χρήμα, εισοδήματα που ανεβαίνουν, ακίνητα που «δεν πέφτουν ποτέ». Στη δική μας περίπτωση ο λογαριασμός ήρθε χρόνια αργότερα, με κόκκινα δάνεια και ανακεφαλαιοποιήσεις που πλήρωσαν πρώτοι οι μέτοχοι.
Όταν τα στεγαστικά αυξάνονται κατά ένα τέταρτο κάθε χρόνο, δεν χρηματοδοτείται μόνο η ανάγκη για στέγη. Χρηματοδοτείται και η ίδια η άνοδος των τιμών. Οι ελληνικές τράπεζες που δανείζουν στη Σόφια είναι οι τελευταίες στην Ευρώπη που μπορούν να επικαλεστούν άγνοια.
Στην Ελλάδα το θέμα δεν είναι ο όγκος
Για την εγχώρια αγορά η σύσταση θέλει δεύτερη ανάγνωση. Ρυθμός 7,1%, έπειτα από πάνω από μία δεκαετία απομόχλευσης, δύσκολα χαρακτηρίζεται υπερθέρμανση. Η οικονομία ζητούσε επί χρόνια από τις τράπεζες να ξαναγίνουν τράπεζες. Τώρα που δανείζουν, τους ζητείται να το κάνουν πιο αργά.
Το ουσιαστικό ζήτημα είναι η τιμή. Με το επιτόκιο της ΕΚΤ στο 2,50%, το καταναλωτικό δάνειο χωρίς καθορισμένη διάρκεια κοστίζει 14,59%, δηλαδή περίπου δώδεκα ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το κόστος του χρήματος. Η μικρομεσαία επιχείρηση πληρώνει 4,58%, 23 μονάδες βάσης ακριβότερα από το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο των επιχειρηματικών δανείων. Ο κίνδυνος δεν γεννιέται επειδή δίνονται δάνεια, αλλά επειδή ο πιο αδύναμος δανειολήπτης σηκώνει το πιο βαρύ επιτόκιο τη στιγμή που αυτό ανεβαίνει.
Υπάρχει και ένα παράδοξο που αξίζει περισσότερη προσοχή από όση παίρνει. Στα στεγαστικά, τα σταθερά επιτόκια ξεκινούν από 2,90% για τρία χρόνια και φτάνουν στο 4,70% για τριάντα, ενώ τα κυμαινόμενα κινούνται από 3,30% έως 5,50%. Το σταθερό είναι φθηνότερο από το κυμαινόμενο, την ώρα που η αγορά περιμένει κι άλλες αυξήσεις.
Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα, για να αγοράσει όγκο στη στεγαστική πίστη, κρατά η ίδια μέρος του επιτοκιακού κινδύνου, εκτός αν τον αντισταθμίζει. Αν ο επόπτης θέλει να ρωτήσει κάτι συγκεκριμένο, αυτό είναι. Για τον δανειολήπτη, πάλι, πρόκειται για παράθυρο που κανείς δεν εγγυάται ότι θα μείνει ανοιχτό, αφού υπάρχουν ήδη φόβοι ότι η άνοδος θα αγγίξει και τα σταθερά.
Ένας χρόνος ακριβού χρήματος
Οι αγορές εκτιμούν ότι η ΕΚΤ θα μείνει αμετακίνητη τον Οκτώβριο και θα ανεβάσει το επιτόκιο στο 2,75% τον Δεκέμβριο. Μία ακόμη αύξηση τον Μάρτιο του 2027 θεωρείται πιθανή και, με το ίδιο βήμα, θα το έφερνε στο 3%. Οι μειώσεις τοποθετούνται στον Σεπτέμβριο του 2027. Νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουν μπροστά τους σχεδόν δώδεκα μήνες υψηλού κόστους, και αυτό είναι το καλό σενάριο.
Το κακό σενάριο γράφεται στις αγορές ομολόγων. Οι αποδόσεις των κρατικών τίτλων ανεβαίνουν σχεδόν καθημερινά, με επίμονο πληθωρισμό, δημοσιονομικές ανησυχίες και μια ανάπτυξη που αντέχει περισσότερο από όσο θα βόλευε τις κεντρικές τράπεζες. Από πάνω, ο πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν έχει προκαλέσει το μεγαλύτερο σοκ προσφοράς πετρελαίου που έχει καταγραφεί.
Το «προσέξτε» δεν είναι πολιτική
Ο επόπτης κάνει τη δουλειά του και καλά κάνει. Ένα γενικό «προσέξτε», όμως, αφήνει στις τράπεζες την πιο εύκολη απάντηση, δηλαδή λιγότερα δάνεια σε όσους τα χρειάζονται περισσότερο και ίδια τιμολόγηση για όλους τους υπόλοιπους. Η χώρα δεν χρειάζεται λιγότερη πίστη. Χρειάζεται πίστη σωστά τιμολογημένη, με καθαρή εικόνα για το ποιος κρατά τον κίνδυνο των επιτοκίων.
Για τον μικρό μέτοχο των τραπεζών το δίδαγμα είναι πρακτικό. Η πιστωτική επέκταση είναι ο βασικός μοχλός των εσόδων από τόκους, άρα ένα εποπτικό φρένο δεν είναι ουδέτερο για τα αποτελέσματα. Στις επόμενες ανακοινώσεις έχει περισσότερη αξία το κόστος κινδύνου των θυγατρικών εξωτερικού από το πόσο μεγάλωσαν τα υπόλοιπα. Η ανάπτυξη των δανείων μετρά όσο αξίζουν τα δάνεια όταν γυρίσει ο κύκλος.




