
Η εκτίναξη των αποδόσεων των ομολόγων και η αύξηση του κόστους δανεισμού στην Ευρωζώνη αναμένεται να επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη και να περιορίσουν τις πληθωριστικές πιέσεις, σύμφωνα με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία προειδοποίησε ότι η πρόσφατη αναταραχή στις αγορές χρέους δημιουργεί ένα ακόμη εμπόδιο για την ευρωπαϊκή οικονομία, σε μια περίοδο κατά την οποία οι υψηλές τιμές της ενέργειας εξακολουθούν να επιβαρύνουν επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Μιλώντας το Σάββατο σε συνάντηση κεντρικών τραπεζιτών και υπουργών Οικονομικών στην Μπανγκόκ, η Λαγκάρντ επισήμανε ότι οι συνθήκες χρηματοδότησης έχουν επιδεινωθεί αισθητά μετά την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ, καθώς οι μακροπρόθεσμες αποδόσεις των ομολόγων έχουν αυξηθεί σημαντικά.
Το διεθνές sell-off στις αγορές ομολόγων έχει ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες, με τη Γαλλία να συγκαταλέγεται στις χώρες που δέχονται τις ισχυρότερες πιέσεις, λόγω του υψηλού δημόσιου χρέους της. Οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική βιωσιμότητα, η επιμονή του πληθωρισμού και ο αυξανόμενος ανταγωνισμός για χρηματοδότηση από τις τεράστιες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη έχουν οδηγήσει σε σημαντική άνοδο του κόστους δανεισμού διεθνώς.
Σύμφωνα με τη Λαγκάρντ, η εξέλιξη αυτή αναμένεται να περιορίσει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν στους καταναλωτές το αυξημένο ενεργειακό κόστος που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι είχε προβλέψει η ΕΚΤ στις οικονομικές εκτιμήσεις του Σεπτεμβρίου.
«Παρότι η ανάπτυξη έχει αποδειχθεί ανθεκτική, οι χρηματοδοτικές συνθήκες έχουν γίνει αυστηρότερες, με τα μακροπρόθεσμα επιτόκια να έχουν αυξηθεί σημαντικά από την τελευταία μας συνεδρίαση», ανέφερε η πρόεδρος της ΕΚΤ, προσθέτοντας ότι η εξέλιξη αυτή θα επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και θα περιορίσει τη μετακύλιση των αυξήσεων των τιμών περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί.
Η ΕΚΤ έχει αυξήσει τα επιτόκια δύο φορές τους τελευταίους τέσσερις μήνες, ενώ οι αγορές αναμένουν ακόμη μία αύξηση τον Δεκέμβριο, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει το βασικό επιτόκιο στο 2,75%, επίπεδο που θεωρείται περιοριστικό για την οικονομική δραστηριότητα.
Στο ενδεχόμενο περαιτέρω σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής αναφέρθηκε και ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιοάχιμ Νάγκελ, ο οποίος υπογράμμισε ότι η μάχη κατά του πληθωρισμού δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων παρεμβάσεων από την ΕΚΤ.
«Καταπολεμούμε τον πληθωρισμό και θεωρώ ότι η δουλειά μας δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί», δήλωσε σε εκδήλωση της DZ Bank στην πρωτεύουσα της Ταϊλάνδης, προσθέτοντας ότι ενδέχεται να απαιτηθούν πρόσθετα μέτρα. Διευκρίνισε, πάντως, ότι οι αποφάσεις θα λαμβάνονται σε κάθε συνεδρίαση ξεχωριστά, με βάση τα νεότερα οικονομικά στοιχεία.
Από την πλευρά του, ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας της Φινλανδίας, Όλι Ρεν, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στον κίνδυνο εμφάνισης δευτερογενών πληθωριστικών επιδράσεων από την άνοδο των τιμών της ενέργειας, κυρίως μέσω των μισθών και των τιμών άλλων αγαθών και υπηρεσιών.
Ο Ρεν επισήμανε ότι προς το παρόν δεν υπάρχουν ενδείξεις τέτοιων επιδράσεων, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η ΕΚΤ θα παραμείνει σε εγρήγορση, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις μπορούν να επεκταθούν σταδιακά και χωρίς να γίνουν άμεσα αντιληπτές.
Οι τοποθετήσεις των Ευρωπαίων κεντρικών τραπεζιτών αναδεικνύουν το σύνθετο περιβάλλον στο οποίο καλείται να κινηθεί η ΕΚΤ, καθώς η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων λειτουργεί ήδη περιοριστικά για την οικονομία, την ώρα που το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να τροφοδοτεί τον πληθωρισμό, διατηρώντας ανοιχτό το ενδεχόμενο νέας αύξησης των επιτοκίων.




