Τράπεζες, οικονομία, επιχειρήσεις
Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026
Κλείσιμο
 

Scope Ratings: Καμπανάκι για τη Γαλλία – Χρέος 130% του ΑΕΠ και κίνδυνοι για την Ευρώπη

· ΜΠΑΜΠΗΣ ΠΟΛΙΤΗΣ

Η πολιτική συνοχή και όχι η οικονομική ισχύς αποτελεί τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις πιστοληπτικές προοπτικές της Ευρώπης, σύμφωνα με τη Scope Ratings, η οποία τοποθετεί τη Γαλλία στο επίκεντρο των ανησυχιών για τους επόμενους 12 μήνες. Ο γερμανικός οίκος αξιολόγησης προειδοποιεί ότι η αδυναμία δημοσιονομικής προσαρμογής, ο πολιτικός κατακερματισμός και οι κοινωνικές εντάσεις στη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης δημιουργούν ένα επικίνδυνο μείγμα, με το δημόσιο χρέος να εκτιμάται ότι θα εκτιναχθεί στο 130% του ΑΕΠ έως το 2031, από 116% το 2025, ακόμη και υπό σχετικά ευνοϊκές οικονομικές παραδοχές.

Στην ανάλυσή του, ο Alvise Lennkh-Yunus, επικεφαλής Sovereign & Public Sector της Scope Ratings, υπογραμμίζει ότι οι λύσεις στις οικονομικές και δημοσιονομικές προκλήσεις της Ευρώπης είναι πρωτίστως πολιτικές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει σημαντικές οικονομικές δυνατότητες, ωστόσο χρειάζεται μεγαλύτερη ενότητα, αποφασιστικότερη χάραξη πολιτικής και ουσιαστικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που συσσωρεύονται.

Η Scope θεωρεί τη Γαλλία τη σημαντικότερη ευρωπαϊκή πιστοληπτική αξιολόγηση που πρέπει να παρακολουθούν οι επενδυτές κατά το επόμενο έτος, έχοντας ήδη υποβαθμίσει τη χώρα τον Σεπτέμβριο σε A+/Stable. Οι πρόσφατες κοινωνικές αναταραχές αναδεικνύουν, σύμφωνα με τον οίκο, τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική αστάθεια, η περιορισμένη ανάπτυξη και οι δημοσιονομικές πιέσεις μπορούν να τροφοδοτήσουν ευρύτερες εντάσεις.

Η σημασία των εξελίξεων υπερβαίνει τα γαλλικά σύνορα, καθώς η οικονομική, πολιτική και χρηματοπιστωτική βαρύτητα της χώρας καθιστά τις προοπτικές της κρίσιμο παράγοντα για την εμπιστοσύνη των επενδυτών στην Ευρωζώνη.

Τα δύο μεγάλα μειονεκτήματα της Ευρώπης έναντι των ΗΠΑ

Η Scope εντοπίζει δύο βασικά διαρθρωτικά μειονεκτήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες: την τεχνολογία και την ενέργεια.

Από το 1999, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ έχουν επενδύσει κατά μέσο όρο το ίδιο ποσοστό του ΑΕΠ τους, περίπου 21% ετησίως. Ωστόσο, η σύνθεση των επενδύσεων διαφέρει σημαντικά, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να κατευθύνουν το 3,5% του ΑΕΠ στην έρευνα και ανάπτυξη, έναντι μόλις 2% στην Ευρώπη.

Η διαφορά αυτή επιτρέπει στην αμερικανική οικονομία να αναπτύσσει και να παράγει προηγμένες τεχνολογίες σε μεγάλη κλίμακα, ενισχύοντας την παραγωγικότητα και τη διεθνή ανταγωνιστικότητά της.

Παράλληλα, η υψηλή εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές ενέργειας την καθιστά περισσότερο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών και στις γεωπολιτικές κρίσεις. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος στο Ιράν ανέδειξαν τις αδυναμίες του ευρωπαϊκού ενεργειακού μοντέλου, με το διαρθρωτικά υψηλότερο ενεργειακό κόστος να επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Η αντιμετώπιση αυτών των αδυναμιών απαιτεί ανακατανομή υφιστάμενων πόρων, ακόμη και εντός του κοινοτικού προϋπολογισμού, καθώς και επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων όπως η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.

Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι η ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής δυναμικότητας προϋποθέτει την εκχώρηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε πολιτικά ευαίσθητους τομείς. Αυτός είναι και ένας από τους βασικούς λόγους για τους οποίους η εφαρμογή των προτάσεων της έκθεσης Ντράγκι προχωρά με αργούς ρυθμούς.

Ελλάδα, Κύπρος, Πορτογαλία και Ισπανία δείχνουν τον δρόμο της δημοσιονομικής προσαρμογής

Παρά τις διαρθρωτικές αδυναμίες, η Scope υπογραμμίζει ότι η οικονομική εικόνα της Ευρώπης δεν είναι ομοιόμορφα αρνητική.

Οι σκανδιναβικές χώρες, η Πολωνία, η Ισπανία και η Ολλανδία εμφανίζουν ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική, υποστηριζόμενη από σταδιακές μεταρρυθμίσεις και τη θετική συμβολή της καθαρής μετανάστευσης.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην Ελλάδα, την Κύπρο, την Πορτογαλία και την Ισπανία, οι οποίες έχουν προχωρήσει σε πολυετή δημοσιονομική εξυγίανση, βελτιώνοντας την πιστοληπτική τους εικόνα.

Η πρόοδος αυτή αποτυπώθηκε στις πρόσφατες αναβαθμίσεις του Σεπτεμβρίου, με τη Scope να ανεβάζει την Ελλάδα σε BBB+/Stable και την Πορτογαλία και την Ισπανία σε A+/Stable.

Η επισήμανση έχει ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς αναδεικνύει τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών ως βασικό παράγοντα ενίσχυσης της πιστοληπτικής αξιολόγησης, σε μια περίοδο κατά την οποία μεγαλύτερες ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν αυξανόμενες δημοσιονομικές πιέσεις.

Στον αντίποδα, η Scope εντοπίζει σημαντικές προκλήσεις στη Γερμανία, όπου η ανάπτυξη εκτιμάται περίπου στο 1% για το 2026, στην Ιταλία, η οποία καλείται να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα και να συνεχίσει αποτελεσματικά τις επενδύσεις και τις μεταρρυθμίσεις μετά το πρόγραμμα NextGenerationEU, και κυρίως στη Γαλλία, όπου η επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών αποκτά ολοένα μεγαλύτερες διαστάσεις.

Γαλλία: Χρειάζονται μόνιμα μέτρα έως 120 δισ. ευρώ για να σταθεροποιηθεί το χρέος

Η δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας αποτελεί το πιο ανησυχητικό σημείο της ευρωπαϊκής πιστοληπτικής εικόνας.

Η Scope υπενθυμίζει ότι η χώρα έχει να εμφανίσει πλεονασματικό προϋπολογισμό από το 1974, γεγονός που αντανακλά τη διαχρονική αδυναμία διαδοχικών κυβερνήσεων να προχωρήσουν σε ουσιαστική δημοσιονομική εξυγίανση.

Η υποβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης σε A+/Stable τον Σεπτέμβριο βασίστηκε στην εκτίμηση ότι η Γαλλία θα εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες στη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων.

Σύμφωνα με τον οίκο, η υλοποίηση των σχεδιαζόμενων εξοικονομήσεων ύψους 54 δισ. ευρώ θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα, αλλά δεν επαρκεί για τη σταθεροποίηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ.

Για να ανακοπεί η ανοδική πορεία του χρέους απαιτούνται μόνιμα δημοσιονομικά μέτρα τουλάχιστον 100 έως 120 δισ. ευρώ, μέγεθος που αποτυπώνει την κλίμακα της προσαρμογής που καλείται να πραγματοποιήσει η γαλλική οικονομία.

Ακόμη και με την παραδοχή ότι η οικονομία θα αναπτύσσεται με ρυθμό περίπου 1,1% έως το 2031, ότι το πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο θα βελτιωθεί κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2025 και ότι δεν θα υπάρξουν πρόσθετοι οικονομικοί κλυδωνισμοί, η Scope προβλέπει αύξηση του δημόσιου χρέους στο 130% του ΑΕΠ το 2031, από 116% το 2025.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ένα σχετικά ευνοϊκό μακροοικονομικό σενάριο δεν αρκεί για να αντιστρέψει τη δυναμική του γαλλικού χρέους χωρίς αποφασιστικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις.

Εκρηκτική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η πρόβλεψη για την εξέλιξη των δαπανών εξυπηρέτησης του γαλλικού δημόσιου χρέους.

Η Scope εκτιμά ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα αυξηθούν στο 3,6% του ΑΕΠ έως το 2031, από περίπου 2% το 2025.

Ως ποσοστό των κρατικών εσόδων, η επιβάρυνση προβλέπεται να ανέλθει στο 6,7%, έναντι 3,8% το 2025.

Η εξέλιξη αυτή θα καταστήσει το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες κατηγορίες δημοσίων δαπανών, περιορίζοντας σημαντικά τη δημοσιονομική ευελιξία της γαλλικής κυβέρνησης.

Όσο περισσότερο καθυστερεί η δημοσιονομική προσαρμογή τόσο δυσκολότερη θα γίνεται η υλοποίησή της, καθώς μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων πόρων θα κατευθύνεται στην πληρωμή τόκων αντί σε παραγωγικές επενδύσεις και άλλες κρατικές προτεραιότητες.

Οι εκλογές του 2027 και ο κίνδυνος πολιτικού αδιεξόδου

Το βασικό πρόβλημα της Γαλλίας, σύμφωνα με τη Scope, δεν είναι μόνο η δύσκολη δημοσιονομική αριθμητική, αλλά κυρίως η αδυναμία διαμόρφωσης ενός πολιτικού συσχετισμού που θα μπορούσε να υποστηρίξει πολυετή δημοσιονομική προσαρμογή.

Οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου και Μαΐου 2027 αποτελούν, επομένως, καθοριστικό ορόσημο τόσο για τις πιστοληπτικές προοπτικές της χώρας όσο και για τη συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η ανάλυση εστιάζει σε δύο βασικά ερωτήματα: ποιος θα βρεθεί αντιμέτωπος με τη Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών και κατά πόσον ο επόμενος πρόεδρος θα διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Η Scope παραθέτει δημοσκοπικά στοιχεία που εμφανίζουν τη Λεπέν να συγκεντρώνει περίπου 37%-38% των προτιμήσεων στον πρώτο γύρο, με διαφορά περίπου 20 ποσοστιαίων μονάδων από τους πλησιέστερους αντιπάλους της.

Στο βασικό σενάριο του οίκου, ο επόμενος πρόεδρος θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο, γεγονός που θα δυσχεράνει την προώθηση φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων και την εφαρμογή ενός συνεκτικού προγράμματος δημοσιονομικής εξυγίανσης.

Η Scope διαχωρίζει, πάντως, δύο διαφορετικές κατηγορίες κινδύνων. Η απουσία κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας μπορεί να περιορίσει τις δυνατότητες δημοσιονομικής προσαρμογής ανεξάρτητα από το πρόσωπο που θα εκλεγεί στην προεδρία. Αντίθετα, η ταυτότητα του νέου προέδρου αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής πολιτικής και τη συνοχή της ΕΕ.

Το ενδεχόμενο προεδρίας Λεπέν και οι συνέπειες για το ευρώ

Η Scope εξετάζει διαφορετικά ενδεχόμενα για την πολιτική που θα μπορούσε να ακολουθήσει μια ενδεχόμενη προεδρία της Μαρίν Λεπέν, επισημαίνοντας ότι οι συνέπειες θα εξαρτηθούν από τις προτεραιότητες της νέας κυβέρνησης.

Ένα πρώτο ενδεχόμενο θα ήταν η επικέντρωση σε αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και σε βραδύτερη πράσινη μετάβαση, επιλογές με τις οποίες, κατά την εκτίμηση του οίκου, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε τελικά να συνυπάρξει, όπως συμβαίνει με την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία.

Ένα διαφορετικό και περισσότερο συγκρουσιακό ενδεχόμενο θα ήταν η επιδίωξη συμβιβασμού με τις απαιτήσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν για την Ουκρανία και η αμφισβήτηση βασικών ευρωπαϊκών θεσμικών ρυθμίσεων, συμπεριλαμβανομένων του κοινοτικού προϋπολογισμού και της Ενιαίας Αγοράς.

Σύμφωνα με τη Scope, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να πλήξει την ευρωπαϊκή πολιτική συνοχή, να αποδυναμώσει τη διεθνή θέση της Ευρώπης και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στο ευρώ, στις ευρωπαϊκές τράπεζες και στις επιχειρήσεις.

Πρόκειται για ένα σενάριο κινδύνου που εξετάζει ο οίκος και όχι για προεξοφλημένη εξέλιξη, καθώς οι τελικές επιπτώσεις θα εξαρτηθούν από τις πολιτικές που πράγματι θα υιοθετηθούν.

Πότε θα μπορούσε να υπάρξει νέα υποβάθμιση της Γαλλίας

Παρά τις αυξημένες προκλήσεις, η Scope διατηρεί Σταθερές Προοπτικές (Stable Outlook) για τη γαλλική αξιολόγηση A+, θεωρώντας ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ισορροπημένοι σε ορίζοντα 12 έως 18 μηνών.

Ωστόσο, ο οίκος προειδοποιεί ότι θα μπορούσαν να προκύψουν πρόσθετοι καθοδικοί κίνδυνοι εφόσον συνεχιστεί η αύξηση του δημόσιου χρέους σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, επιδεινωθούν σημαντικά οι προοπτικές διακυβέρνησης ή υιοθετηθούν μεγάλες αλλαγές πολιτικής που θα αμφισβητούσαν τον ηγετικό ρόλο της Γαλλίας στην Ευρώπη.

Η Scope εκτιμά ότι, σε ένα σενάριο σοβαρής κρίσης, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν έκτακτα εργαλεία για τη στήριξη της πιστοληπτικής θέσης της Γαλλίας, υπό την προϋπόθεση της ευρείας συμμόρφωσης με τους ευρωπαϊκούς οικονομικούς και δημοσιονομικούς στόχους.

Αντίστοιχα, αναμένει παρέμβαση της ΕΚΤ σε περίπτωση αδικαιολόγητων κινήσεων στις αγορές που θα επηρέαζαν αρνητικά τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή στήριξη δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει τις αναγκαίες εσωτερικές μεταρρυθμίσεις. Θα προσέφερε χρόνο και ένα πλαίσιο σταθερότητας, αλλά η ουσιαστική δημοσιονομική προσαρμογή θα παρέμενε ευθύνη της ίδιας της Γαλλίας.

Το συμπέρασμα της Scope Ratings είναι ότι η Ευρώπη διαθέτει την οικονομική δυνατότητα να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της, αλλά η αποτελεσματικότητα της απάντησής της θα κριθεί από την πολιτική συνοχή και την ικανότητα λήψης δύσκολων αποφάσεων. Η Γαλλία αποτελεί το σημαντικότερο τεστ αυτής της ικανότητας, καθώς η πορεία των δημόσιων οικονομικών της, οι προεδρικές εκλογές του 2027 και οι μετεκλογικοί πολιτικοί συσχετισμοί θα καθορίσουν όχι μόνο την πιστοληπτική της προοπτική, αλλά και τη δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ενεργεί συντονισμένα σε ένα ολοένα πιο απαιτητικό διεθνές περιβάλλον.

Διαβάστε επίσης