
Ιδιαίτερα θετικές παραμένουν οι εκτιμήσεις της Jefferies για την ελληνική οικονομία και το Χρηματιστήριο Αθηνών, με τον Christopher Wood, συντάκτη της έκθεσης GREED & fear, να χαρακτηρίζει την Ελλάδα μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες επενδυτικές περιπτώσεις στην Ευρώπη. Έχοντας καταγράψει άνοδο 302% από τότε που ο αναλυτής συνέστησε για πρώτη φορά επενδύσεις στην ελληνική αγορά, το Χρηματιστήριο εξακολουθεί να διαθέτει, κατά την εκτίμησή του, σημαντικά περιθώρια μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, με τις τράπεζες και τη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ στο επίκεντρο.
Έπειτα από νέα επίσκεψή του στην Αθήνα, την πρώτη μετά από έναν χρόνο, ο Wood διαπιστώνει ότι το θετικό επενδυτικό αφήγημα της Ελλάδας είναι πλέον καλύτερα κατανοητό από τους διεθνείς επενδυτές. Όπως επισημαίνει, οι ουσιαστικότεροι κίνδυνοι για τη χώρα προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, όπου οι γεωπολιτικές εντάσεις, το ενεργειακό κόστος και οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές δημιουργούν αβεβαιότητα.
Στην έκθεσή του αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στη φιλοεπενδυτική κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής, στη δημοσιονομική εξυγίανση και στην πρόοδο του ψηφιακού μετασχηματισμού. Εκτιμά ότι η Ελλάδα έχει διαμορφώσει ευνοϊκό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, που συμβάλλει στην προσέλκυση ξένων κεφαλαίων και στη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης.
Δημοσιονομικά πλεονάσματα και αποκλιμάκωση του χρέους
Η Jefferies υπογραμμίζει ότι η χώρα κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ το 2025, ενώ ανάλογη επίδοση αναμένεται και το 2026, παρά τις πιέσεις για πρόσθετες ενεργειακές επιδοτήσεις. Σύμφωνα με τον Wood, καθοριστικό ρόλο έχει διαδραματίσει η αύξηση των φορολογικών εσόδων, που συνδέεται με την ψηφιοποίηση της οικονομίας και την αποτελεσματικότερη φορολογική συμμόρφωση.
Από το ιστορικό υψηλό του 209,4% του ΑΕΠ το 2020, ο δείκτης δημόσιου χρέους αναμένεται, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ που επικαλείται η έκθεση, να υποχωρήσει στο 136% έως το τέλος του 2026. Η εξέλιξη αυτή θα φέρει την Ελλάδα σε καλύτερη θέση από την Ιταλία ως προς τη συγκεκριμένη αναλογία, ενώ ήδη οι αποδόσεις των ελληνικών δεκαετών κρατικών ομολόγων κινούνται χαμηλότερα από τις αντίστοιχες της Ιταλίας και της Γαλλίας. Για τη Jefferies, πρόκειται για ένδειξη αλλαγής στον τρόπο αξιολόγησης του ελληνικού κρατικού κινδύνου.
Από τον τουρισμό στη μεταποίηση και τις ξένες επενδύσεις
Η αναπτυξιακή δυναμική της ελληνικής οικονομίας δεν περιορίζεται πλέον στον τουρισμό, σημειώνει η Jefferies. Η εσωτερική υποτίμηση της προηγούμενης δεκαετίας, σε συνδυασμό με την ύπαρξη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού, έχει ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας και στη μεταποίηση. Ενδεικτικά, ο Wood αναφέρει ότι η Ελλάδα αντιπροσωπεύει πλέον το 8% της ευρωπαϊκής φαρμακοβιομηχανίας, με βάση τα έσοδα.
Παράλληλα, καταγράφει την προσπάθεια προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, αλλά και επενδυτικών κεφαλαίων που εξετάζουν μεταφορά δραστηριοτήτων από το Λονδίνο και τη Μέση Ανατολή. Σημαντικό θεωρεί ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις διαθέτουν αυξημένη δυνατότητα χρηματοδότησης νέων επενδύσεων, όπως προκύπτει από την άνοδο των επιχειρηματικών χορηγήσεων.
Χρηματιστήριο: Άνοδος 302% και εκτόξευση του τζίρου
Από την πρώτη θετική σύσταση του Wood για την ελληνική αγορά, μετά την επίσκεψή του στη χώρα κατά την πανδημία, το Χρηματιστήριο έχει σημειώσει άνοδο 302%. Ο μέσος ημερήσιος τζίρος έχει αυξηθεί από τα 64 εκατ. ευρώ το 2020 στα 355 εκατ. ευρώ το 2026, εξέλιξη που αντανακλά τη μεγαλύτερη συμμετοχή επενδυτικών κεφαλαίων και τη βελτίωση της ρευστότητας.
Η Jefferies στρέφει το βλέμμα και στην αναμενόμενη αναβάθμιση της ελληνικής αγοράς στην κατηγορία των ανεπτυγμένων αγορών από την MSCI τον Μάιο του 2027, εξέλιξη που θα μπορούσε να επηρεάσει τη σύνθεση των διεθνών επενδυτικών ροών. Ο Wood αναφέρεται και στο νέο κύμα δημόσιων εγγραφών, το οποίο περιλαμβάνει τρεις νέες εισαγωγές από τον ναυτιλιακό κλάδο, καθώς οι εφοπλιστές αναγνωρίζουν τη μεγαλύτερη προβολή που μπορεί να προσφέρει η εγχώρια αγορά.
Τράπεζες: Κέρδη 465% και σύσταση αγοράς και για τις τέσσερις
Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες παραμένουν οι βασικοί πρωταγωνιστές του ελληνικού χρηματιστηριακού ράλι. Σύμφωνα με τον Wood, οι μετοχές τους έχουν καταγράψει μέση άνοδο 465% την τελευταία τετραετία, αντανακλώντας την εξυγίανση των ισολογισμών, την ανάκαμψη της κερδοφορίας και την ενίσχυση της πιστωτικής δραστηριότητας.
Η Jefferies διατηρεί σύσταση «αγοράς» (Buy) για την Εθνική Τράπεζα, τη Eurobank, την Alpha Bank και την Τράπεζα Πειραιώς, θεωρώντας ότι οι προοπτικές του κλάδου στηρίζονται σε ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στην πιστωτική επέκταση, που τον Αύγουστο διαμορφώθηκε σε ετήσιο ρυθμό 8,7%. Η αύξηση των δανείων ενισχύει τις προοπτικές εσόδων, ενώ η κεφαλαιακή θέση των τραπεζών δημιουργεί δυνατότητες για περαιτέρω διανομές στους μετόχους.
ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ: Η επιλογή που αντικατέστησε την Nvidia
Ιδιαίτερη αναφορά επιφυλάσσει ο Christopher Wood στη ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, την οποία η στήλη GREED & fear είχε εντάξει στο προτεινόμενο χαρτοφυλάκιό της στις 9 Οκτωβρίου 2025, αντικαθιστώντας την Nvidia. Ο αναλυτής επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη επιλογή έχει αποδώσει θετικά και ότι η πρόσφατη επίσκεψή του στην εταιρεία ενίσχυσε την πεποίθησή του για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της.
Κατά την εκτίμησή του, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ παραμένει μια αξιόλογη περίπτωση μακροπρόθεσμης σύνθετης δημιουργίας αξίας (compounder). Δεν αποκλείει περίοδο χρηματιστηριακής σταθεροποίησης ή κατοχύρωσης κερδών μετά την ισχυρή άνοδο, χωρίς ωστόσο να θεωρεί ότι αυτό θα ανέτρεπε τη μακροπρόθεσμη επενδυτική υπόθεση.
Πολιτική σταθερότητα και εξωτερικοί κίνδυνοι
Στο πολιτικό σκέλος, ο Wood αναφέρεται σε δημοσκοπικό προβάδισμα της Νέας Δημοκρατίας που, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, υπερβαίνει τις 10 ποσοστιαίες μονάδες. Καταγράφει εκτιμήσεις για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και τα ενδεχόμενα αυτοδύναμης κυβέρνησης ή κυβερνητικής συνεργασίας με κορμό τη Νέα Δημοκρατία, χωρίς αυτές οι εκτιμήσεις να αποτελούν δεδομένο εκλογικό αποτέλεσμα.
Το συμπέρασμα του Wood είναι ότι οι σημαντικότερες απειλές για την ελληνική οικονομία και το Χρηματιστήριο προέρχονται από το διεθνές περιβάλλον και όχι από τις εσωτερικές ανισορροπίες της προηγούμενης δεκαετίας. Με το χρέος να αποκλιμακώνεται, τις τράπεζες να διατηρούν υψηλή πιστωτική ανάπτυξη και το Χρηματιστήριο να προσελκύει επενδυτικό ενδιαφέρον, η Jefferies εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως αγορά με αξιόλογες μακροπρόθεσμες προοπτικές.




