
Οι ελληνικές τράπεζες διαφοροποιούνται θετικά από τον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό, καταγράφοντας ισχυρότερες επιδόσεις στα καθαρά έσοδα από τόκους, υψηλούς ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης και σημαντικά μεγαλύτερα επιτοκιακά περιθώρια, σύμφωνα με νέα ανάλυση της UBS. Σε μια περίοδο κατά την οποία η δυναμική της τραπεζικής κερδοφορίας στην Ευρώπη εμφανίζει σημάδια επιβράδυνσης, η Alpha Bank, η Τράπεζα Πειραιώς και η Eurobank συγκαταλέγονται στις τράπεζες που ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις για τα έσοδα από τόκους στο τρίτο τρίμηνο του 2026.
Στο δείγμα των 30 ευρωπαϊκών τραπεζών, τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν κατά 2%–3% σε τριμηνιαία βάση, αλλά η συνολική υπέρβαση των προβλέψεων περιορίστηκε σε μόλις 0,1%. Μόνο το 50% των τραπεζών ξεπέρασε τις εκτιμήσεις, έναντι 85% το 2022, 65% το 2023 και το 2024, 55%–60% το 2025 και 55% κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.
Alpha Bank, Πειραιώς και Eurobank στην πρώτη γραμμή
Η Alpha Bank ξεχώρισε με καθαρά έσοδα από τόκους 6% υψηλότερα από τις εκτιμήσεις της UBS, καταγράφοντας την καλύτερη επίδοση του δείγματος. Η Τράπεζα Πειραιώς ακολούθησε με υπέρβαση 3%, στην ίδια κατηγορία με BBVA και Erste, ενώ η Eurobank ξεπέρασε τις προβλέψεις κατά 2%, μαζί με BCP, Noba, Raiffeisen και Standard Chartered.
Η UBS υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες ξεχώρισαν όχι μόνο για την υπέρβαση των προσδοκιών, αλλά και για το εύρος της τριμηνιαίας αύξησης των καθαρών επιτοκιακών εσόδων. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις, καθώς η ανθεκτικότητα των εσόδων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για την επίτευξη των στόχων κερδοφορίας.
Οι δύο προκλήσεις για τις ευρωπαϊκές τράπεζες
Η UBS εντοπίζει δύο παράγοντες που περιορίζουν τη δυναμική των καθαρών εσόδων από τόκους στην Ευρώπη. Ο πρώτος είναι η μετατόπιση των καταθέσεων προς ακριβότερες μορφές χρηματοδότησης, καθώς οι εταιρικές και οι προθεσμιακές καταθέσεις αυξάνονται ταχύτερα από τις καταθέσεις όψεως και νοικοκυριών. Ο δεύτερος είναι η βραδύτερη από την αναμενόμενη ανατιμολόγηση των δανειακών χαρτοφυλακίων.
Ο ελβετικός οίκος επισημαίνει ότι παραμένει ανοιχτό το ερώτημα εάν η βραδύτερη μετακύλιση των επιτοκίων είναι προσωρινή ή αντανακλά μια πιο μόνιμη αλλαγή σε σχέση με προηγούμενους κύκλους. Η εξέλιξη αυτή εξηγεί γιατί η τριμηνιαία άνοδος των εσόδων δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχες αναβαθμίσεις των εκτιμήσεων.
Η Ελλάδα μεταξύ των ταχύτερα αναπτυσσόμενων αγορών δανείων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ για τον Σεπτέμβριο, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων στην Ευρωζώνη διατηρήθηκε στο 3,7% για δεύτερο διαδοχικό μήνα. Τα επιχειρηματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 4,5%, από 4,3% τον Αύγουστο, τα καταναλωτικά κατά 2,8%, από 2,6%, ενώ η αύξηση των στεγαστικών επιβραδύνθηκε στο 3,2%, από 3,3%.
Παρά την επιβράδυνση της πιστωτικής επέκτασης στην Ελλάδα, η εγχώρια αγορά εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις ταχύτερα αναπτυσσόμενες, μαζί με την Πορτογαλία και την Ολλανδία. Επιτάχυνση καταγράφηκε σε Ισπανία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γερμανία, Ιταλία, Πορτογαλία, Ηνωμένο Βασίλειο και Σουηδία, ενώ επιβράδυνση σημειώθηκε επίσης σε Γαλλία, Ολλανδία και Δανία.
Στις 442 μονάδες βάσης το ελληνικό επιτοκιακό περιθώριο
Στην Ευρωζώνη το συνολικό επιτοκιακό περιθώριο μεταξύ δανείων και καταθέσεων αυξήθηκε κατά 2 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο, στις 248 μονάδες βάσης, καθώς η απόδοση των δανείων ενισχύθηκε κατά 5 μονάδες βάσης και το κόστος των καταθέσεων κατά 3 μονάδες βάσης.
Στην Ελλάδα η διεύρυνση ήταν μεγαλύτερη: το περιθώριο αυξήθηκε κατά 6 μονάδες βάσης, στις 442 μονάδες βάσης ή 4,42 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται για επίπεδο σχεδόν 1,8 φορές υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Μόνο η Γαλλία εμφάνισε μεγαλύτερη μηνιαία αύξηση, κατά 7 μονάδες βάσης, αλλά το απόλυτο περιθώριό της διαμορφώθηκε στις 157 μονάδες βάσης.
Το υψηλό ελληνικό περιθώριο ενισχύει τη δυνατότητα παραγωγής καθαρών επιτοκιακών εσόδων για τις τράπεζες, αποτυπώνει όμως ταυτόχρονα και τη μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο κόστος δανεισμού και την απόδοση των καταθέσεων για τους πελάτες.
Καταθέσεις: Ενισχύονται οι ακριβότερες μορφές
Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των καταθέσεων στην Ευρωζώνη επιταχύνθηκε στο 3,9% τον Σεπτέμβριο, από 3,6% τον Αύγουστο. Ωστόσο, οι επιχειρηματικές καταθέσεις αυξάνονται ταχύτερα από εκείνες των νοικοκυριών και οι προθεσμιακές κερδίζουν μερίδιο έναντι των καταθέσεων όψεως. Στην Ελλάδα ο ρυθμός αύξησης των καταθέσεων επιβραδύνθηκε, όπως και σε Πορτογαλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο και Δανία.




