
Μήνυμα εθνικής ενότητας, με την επισήμανση ότι η Ελλάδα δεν έχει περιθώρια για μεγάλα, ούτε καν για μικρά λάθη, απηύθυνε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, κατά την αντιφώνησή του στην τελετή ανακήρυξής του σε επίτιμο δημότη Ρεθύμνης. Ο κ. Τασούλας συνέδεσε την ασφάλεια και την προοπτική της χώρας με την ενίσχυση των διπλωματικών της ερεισμάτων και των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και με την πολιτική ομαλότητα, την υγιή οικονομία και την κοινωνική γαλήνη.
«Είμαστε, κυρίες και κύριοι, αριθμητικά ένας μικρός λαός και δεν έχουμε το περιθώριο να κάνουμε μεγάλα λάθη. Δεν έχουμε σήμερα και το περιθώριο να κάνουμε ούτε καν μικρά», υπογράμμισε, αναφερόμενος στις συνθήκες διεθνούς αναταραχής.
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας τόνισε ότι η συμμετοχή της Ελλάδας στο διεθνές γίγνεσθαι, με ασφάλεια και κοινωνική ηρεμία, προϋποθέτει ισχυρά διπλωματικά ερείσματα και ενίσχυση της εθνικής άμυνας. Με αφορμή τη γιορτή των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ, απηύθυνε ευχές στην Πολεμική Αεροπορία, αναγνωρίζοντας τη συμβολή της στην υπεράσπιση της εθνικής ακεραιότητας.
Παράλληλα, επισήμανε ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις ενισχύονται από το υστέρημα του ελληνικού λαού και ότι η αποτελεσματική επιτέλεση της αποστολής τους απαιτεί το κατάλληλο υπόβαθρο στο εσωτερικό της χώρας, με πολιτική ομαλότητα, οικονομική ευρωστία και κοινωνική γαλήνη.
«Η ελευθερία και η Ελλάδα είναι το αόρατο νήμα που μας ενώνει»
Ο κ. Τασούλας υπογράμμισε ότι η ενότητα στα θεμελιώδη ζητήματα δεν αναιρεί τις διαφωνίες που χαρακτηρίζουν τη δημοκρατική ζωή. Ανέφερε ότι οι διαφορετικές απόψεις, οι συνθέσεις και οι αντιδικίες αποτελούν μέρος της λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού και της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, διακρίνοντάς τες από την ανάγκη κοινής στάσης στα μεγάλα εθνικά θέματα.
«Η ελευθερία και η Ελλάδα λοιπόν είναι το αόρατο νήμα, αλλά και το βαθύ νόημα, το οποίο μας ενώνει», τόνισε.
Υπενθύμισε, επίσης, τις συνέπειες της απώλειας της ενότητας, με αναφορές στον Εθνικό Διχασμό και στις δοκιμασίες του 1922 και του 1944.
Όπως υπογράμμισε, τα ιστορικά αυτά διδάγματα πρέπει να παραμένουν στη συλλογική σκέψη, ώστε πάνω από τις επιμέρους διαφωνίες να προτάσσεται η ενότητα που συνδέεται με τη χώρα και την ελευθερία της.
Η πόλη των γραμμάτων και ο ρόλος του Πανεπιστημίου
Αποδεχόμενος την τιμητική διάκριση, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφρασε τη συγκίνησή του για την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη μιας πόλης με μακραίωνη ιστορία και ιδιαίτερη πνευματική παράδοση. Με αναφορές στον Παντελή Πρεβελάκη και στο «Χρονικό μιας πολιτείας», παρουσίασε τη διαδρομή του Ρεθύμνου από την αρχαιότητα και την Κρητική Αναγέννηση έως τη σύγχρονη εποχή.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, αναγνωρίζοντας την καταλυτική συμβολή του στη διεύρυνση των πνευματικών οριζόντων της πόλης, στην εξωστρέφεια και στην ανάδειξή της σε σημαντικό ακαδημαϊκό κέντρο.
Στάθηκε στην έρευνα υψηλού επιπέδου, στις διεθνείς συνεργασίες και στην παραγωγή γνώσης, υπογραμμίζοντας ότι στις σημερινές συνθήκες τεχνολογικών, οικονομικών και γεωπολιτικών μεταβολών η επένδυση στην παιδεία, στην έρευνα και στην επιστήμη αποτελεί εθνική αναγκαιότητα.
Παράλληλα, συνέδεσε την ιστορική φυσιογνωμία του Ρεθύμνου με τη θυσία του Αρκαδίου, την οποία είχε τιμήσει νωρίτερα. Αναφέρθηκε στους καθημερινούς ανθρώπους που μετατράπηκαν σε ήρωες, επιλέγοντας να θυσιαστούν για την ελευθερία.
Τα έργα που αλλάζουν την Κρήτη
Στο αναπτυξιακό σκέλος της αντιφώνησής του, ο κ. Τασούλας αναφέρθηκε στη συμβολή της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση στα μεγάλα έργα που αλλάζουν την Κρήτη. Ξεχώρισε την ηλεκτρική διασύνδεση με την ηπειρωτική Ελλάδα, τον Βόρειο Οδικό ‘Αξονα Κρήτης και το νέο αεροδρόμιο.
Για το Ρέθυμνο έκανε αναφορά, μεταξύ άλλων, στην επέκταση των υποδομών του Ινστιτούτου Μεσογειακών Σπουδών και του βιολογικού καθαρισμού, στην αξιοποίηση του φράγματος Ποταμών Αμαρίου, στην παράκαμψη της πόλης, στις νέες φοιτητικές εστίες, στο φράγμα Πλατύ, στην ανακατασκευή του Δικαστικού Μεγάρου και στη σχεδιαζόμενη αναβάθμιση του λιμένα.
Εξέφρασε, επίσης, θετική εντύπωση για την εικόνα και τη νοικοκυροσύνη της πόλης, σημειώνοντας ότι το Ρέθυμνο συνδυάζει τον σεβασμό στην ιστορία, την αγάπη για τον πολιτισμό και την εμπιστοσύνη στη γνώση.
Γ. Μαρινάκης – Πράξη τιμής και θεσμικού σεβασμού
Νωρίτερα, στην προσφώνησή του, ο δήμαρχος Ρεθύμνης, Γιώργης Μαρινάκης, είχε σταθεί στον ιδιαίτερο συμβολισμό της ανακήρυξης, ανήμερα της 160ής επετείου της Αρκαδικής Εθελοθυσίας. Συνέδεσε την τιμητική διάκριση με το διαχρονικό μήνυμα του Αρκαδίου και τη σημασία της προάσπισης της ελευθερίας, της δημοκρατίας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.
Ο δήμαρχος επισήμανε ότι η ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου υπερβαίνει τον χαρακτήρα μιας τυπικής πράξης πρωτοκόλλου και αποτελεί έκφραση τιμής και θεσμικού σεβασμού προς την Ελληνική Πολιτεία και τον ανώτατο πολιτειακό θεσμό. Παράλληλα, αποτελεί αναγνώριση της πολυετούς δημόσιας διαδρομής του κ. Τασούλα, από την τοπική αυτοδιοίκηση έως την Προεδρία της Δημοκρατίας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους ιστορικούς δεσμούς του Ρεθύμνου με την Ήπειρο και στη συμμετοχή των Κρητών στους αγώνες για την απελευθέρωσή της. Περιέγραψε το Ρέθυμνο ως μια πόλη που διαφυλάσσει την ιστορική και πολιτιστική της ταυτότητα, επενδύοντας στη γνώση, στη βιώσιμη ανάπτυξη και στην κοινωνική συνοχή.
Κλείνοντας, έδωσε έμφαση στην ισονομία, στην προστασία των δικαιωμάτων, στον σεβασμό της διαφορετικότητας και στην εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μιας δημοκρατίας ανθρώπινης, συμμετοχικής και ισότιμα προσβάσιμης σε όλους.
Με την τελετή ανακήρυξης σε επίτιμο δημότη Ρεθύμνης ολοκληρώθηκε η διήμερη επίσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας στην Κρήτη.
ΝΩΡΙΤΕΡΑ
Η ελευθερία δεν είναι αυτονόητη, στα μεγάλα και στα σπουδαία πρέπει να είμαστε ενωμένοι

Στην αξία της ελευθερίας, στην ιστορική μνήμη και στην ανάγκη ενότητας στα ζητήματα που αφορούν την ασφάλεια και την πορεία της χώρας αναφέρθηκε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, κατά την αντιφώνησή του στο γεύμα που παρέθεσε προς τιμήν του ο Μητροπολίτης Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου Πρόδρομος, στο Ηγουμενείο της Ιεράς Μονής Αρκαδίου.
Με αφετηρία τη συμπλήρωση 160 χρόνων από την Αρκαδική Εθελοθυσία, ο κ. Τασούλας συνέδεσε το παράδειγμα των πολιορκημένων με την ευθύνη των σημερινών γενεών να προστατεύουν και να αξιοποιούν την ελευθερία τους. Παράλληλα, μίλησε για τις σύγχρονες πιέσεις που δέχεται ο άνθρωπος στην ελεύθερη σκέψη και κρίση του.
Ξεκινώντας την αντιφώνησή του, ευχαρίστησε για την υποδοχή και τα αναμνηστικά δώρα της επίσκεψης.
«Ευχαριστώ πολύ για τη γενναιόδωρη υποδοχή, τόσο με τα ωραία σας λόγια όσο και με τα δώρα που προσφέρατε ως ανάμνηση αυτής της συγκλονιστικής επίσκεψης εδώ, στο μοναστήρι, στο Αρκάδι.»
Στη συνέχεια, συνέδεσε την προσπάθεια κατανόησης των γεγονότων του 1866 με τον πρόλογο της «Αλεξιάδας» της ‘Αννας Κομνηνής.
«Η εξιστόρηση των γεγονότων, αλλά και η προσπάθεια που καταβάλλει κανείς, επισκεπτόμενος το μοναστήρι, να συλλάβει το δυσπρόσιτο άρωμα εκείνης της περιόδου, της Μεγάλης Δοκιμασίας του 1866, θυμίζουν τα λόγια του προλόγου που έγραψε η περίφημη ‘Αννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα», έργο το οποίο αφιέρωσε στον πατέρα της, Αλέξιο Κομνηνό, αυτοκράτορα του Βυζαντίου.»
Στάθηκε ειδικότερα στον ρόλο της εξιστόρησης ως μέσου διατήρησης της μνήμης απέναντι στο πέρασμα του χρόνου.
«Η ‘Αννα Κομνηνή ξεκινά στην «Αλεξιάδα» λέγοντας ότι ο χρόνος ρέει ακάθεκτος και παρασύρει τα πάντα και ότι η μόνη ανάσχεση στη ροή του χρόνου είναι η εξιστόρηση των γεγονότων και, μέσω της εξιστορήσεως, η μνήμη τους. «Έρυμα καρτερώτατον» της ροής του χρόνου είναι η ιστόρηση.»
Αναφερόμενος στις εκδηλώσεις και στην περιήγησή του στη μονή, περιέγραψε τους τρόπους με τους οποίους προσεγγίστηκε η ιστορία του τόπου.
«Αυτή την ιστόρηση τη δεχτήκαμε σήμερα με πολλούς τρόπους, Σεβασμιώτατε. Τη δεχτήκαμε ιεροπρεπώς από την ομιλία του Αρχιεπισκόπου και του Αντιδημάρχου. Τη δεχτήκαμε μέσα από την απόπειρα να μπούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής μέσω της επισκέψεως στους μουσειακούς αλλά και στους μαρτυρικούς χώρους αυτού του μοναστηριού.»
Η ιερότητα του Αρκαδίου και οι σύγχρονες πολιορκίες
Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μίλησε για τη δυσκολία να αποδοθεί με λόγια το μέγεθος της θυσίας και η ιερότητα του Αρκαδίου.
«Και διαπιστώνουμε για μια ακόμη φορά σήμερα, 160 χρόνια μετά, πως ο τόπος αυτός ήταν, είναι και θα είναι ιερός και πως, όταν κανείς επιχειρεί να ψελλίσει θνητά λόγια για να περιγράψει την ιερότητα αυτού του τόπου, προφανώς ηττάται, υφίσταται πανωλεθρία μπροστά στα αθάνατα γεγονότα, τα οποία βρίσκονται μέσα στην ατμόσφαιρα και στις ψυχές μας, καθώς ερχόμαστε εδώ.»
Παράλληλα, αναφέρθηκε σε μια διαφορετική μορφή πολιορκίας που, όπως είπε, αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος.
«Αυτός ο τόπος, λοιπόν, είναι ιερός και αποτελεί αστείρευτη πηγή διδαγμάτων. Και προσπαθεί να τα κατανοήσει ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετικού είδους πολιορκία από εκείνη του 1866. Πρόκειται για μια πολιορκία που επιδιώκει να τον μετατρέψει αποκλειστικά σε καταναλωτή, που θέλει να του αφαιρέσει το δικαίωμα να σκέφτεται ελεύθερα, να κρίνει και να αξιολογεί σωστά τον κόσμο που τον περιβάλλει.»
Στο πλαίσιο αυτό, στάθηκε στην απόσταση που χωρίζει τη σημερινή εμπειρία από τον ψυχισμό των ανθρώπων της Εθελοθυσίας.
«Αν, λοιπόν, επιχειρήσει ο σύγχρονος πολιορκούμενος από άλλους δαίμονες άνθρωπος να μπει στον ψυχισμό εκείνων των ανθρώπων που έζησαν και θυσιάστηκαν πριν από 160 χρόνια, τα στιβαρά πρόσωπα των οποίων είδαμε στην πινακοθήκη των ηρώων της Κρητικής Επαναστάσεως, θα δυσκολευτεί αφάνταστα.»
Οι αγώνες για την Ένωση και το τίμημα της ελευθερίας
Ανατρέχοντας στις κρητικές επαναστάσεις, υπογράμμισε τη διαρκή επιδίωξη της Ένωσης με την Ελλάδα.
«Εκείνη την εποχή το σύνθημα δεν ήταν καν «Ελευθερία ή Θάνατος», ήταν «Ένωσις ή Θάνατος». Η Κρήτη μετά την Επανάσταση του 1821, επί 80 σχεδόν χρόνια επαναστατούσε αδιάκοπα, θέλοντας να ενωθεί με την Ελλάδα. Αυτό επετεύχθη τελικά, αρχές Δεκεμβρίου του 1913. Όμως όλα τα προηγούμενα χρόνια, από την επανάσταση του 1841 μέχρι την επανάσταση στο Θέρισο το 1905, οι Κρήτες ακάθεκτοι και ανεμπόδιστοι, χωρίς κανένα είδος επιφύλαξης, επιδίωκαν όσο το δυνατόν νωρίτερα την ένωση με την Ελλάδα.»
Συνδέοντας εκείνους τους αγώνες με τη σημερινή ζωή, τόνισε ότι η ελευθερία αποτελεί καρπό θυσιών.
«Αυτός ο ψυχισμός, ο τόσο ιδιαίτερος, ο οποίος παραγνώριζε οτιδήποτε άλλο, ακόμη και την ίδια τη ζωή, σήμερα μας διδάσκει ένα πράγμα: αυτό που θεωρούμε αυτονόητο δεν είναι τελικά και τόσο αυτονόητο. Η ελευθερία μας, η απόλαυση της ζωής μας, η επιδίωξη να βελτιώσουμε τη ζωή μας, γιατί δεν είναι όλες οι ζωές στην ίδια μοίρα και πρέπει να σκεφτόμαστε και αυτούς οι οποίοι είναι σε υποδεέστερη μοίρα, όλη αυτή η αναζήτηση ενός νοήματος στη ζωή, εν ελευθερία πάντως, δεν οφείλεται σε κάτι αυτονόητο ή σε δώρο από κάποια γενναιόδωρη πλευρά. Οφείλεται σε αυτό το ασίγαστο, αδιάκοπο πάθος για ελευθερία και στη θυσία στο βωμό της, εδώ ακριβώς, σε αυτή την τράπεζα της ελευθερίας που έδωσε αυτό το τεράστιο δείγμα μιας άλλης συμπεριφοράς ανθρώπινης, η οποία παραγνώρισε την ίδια τη ζωή.»
Κάλεσε, επίσης, σε διαρκή αναφορά στη μνήμη των γεγονότων, πέρα από την ημέρα της επετείου.
«Έτσι λοιπόν σήμερα, εμείς, οι παρόντες θα απολαύσουμε τα πρεπιά, όπως είπατε, αλλά θα πρέπει κάποιες στιγμές, σήμερα, αύριο, όλο τον χρόνο να αναπολούμε αυτά τα γεγονότα μέσα στη δίνη και στην τύρβη της δικής μας ζωής.»
Η αναφορά στον Παντελή Πρεβελάκη
Ο κ. Τασούλας επικαλέστηκε αφήγηση του Παντελή Πρεβελάκη για την επιστροφή ενός διασωθέντος στη μονή και το βάρος της ανάμνησης.
«Διάβασα κάπου κάτι που είχε γράψει ο Παντελής Πρεβελάκης, ο σπουδαίος αυτός συντοπίτης σας λογοτέχνης, ότι λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα στο Αρκάδι, ένας από τους διασωθέντες επισκέφθηκε το μοναστήρι. Οι μοναχοί τον περίμεναν, τον φιλοξένησαν, τον έβαλαν σε ένα κελί το οποίο ήταν περίπου στο ίδιο μέρος όπου ο ίδιος είχε πολεμήσει κατά των Τούρκων. Αυτός ο άνθρωπος, γράφει ο Πρεβελάκης, δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ και τα ξημερώματα παρέδωσε το πνεύμα. Και συμπληρώνει ο Πρεβελάκης, η αναπόληση του οδυνηρού γεγονότος ήταν γι’ αυτόν πιο καταδικαστική από το ίδιο το γεγονός. Η αναπόληση του γεγονότος ήταν πιο οδυνηρή για τη ζωή του από το ίδιο το γεγονός από το οποίο κατάφερε να επιζήσει.»
Επανερχόμενος στην αντοχή των Κρητών μέσα στους αιώνες, αναφέρθηκε στη διατήρηση της πίστης και της ελληνικής τους συνείδησης.
«Αυτό το γεγονός, λοιπόν, το ασύλληπτο για τα μέτρα του σημερινού ανθρώπου, ο οποίος πολιορκείται από άλλους δαίμονες και όχι από εκείνους που πολιορκούνταν πριν από 160 χρόνια οι συμπατριώτες σας, είναι κάτι το εντελώς ξεχωριστό. Και πρέπει, θα το ξαναπώ, να προσεγγίζουμε την αντίληψη εκείνης της εποχής. Τετρακόσια χρόνια κράτησε η Ενετοκρατία και άλλα διακόσια η Τουρκοκρατία. Έξι αιώνες και δεν ξερίζωσαν ούτε την πίστη, ούτε την βλέψη προς ό,τι το ελληνικό. Έξι αιώνες δουλείας και δεν ξερίζωσαν αυτά που σήμερα μας κρατάνε όρθιους.»
Στη συνέχεια, παρέθεσε την εικόνα των σταυρών στα σπίτια της δυτικής Κρήτης ως αποτύπωμα του ανθρώπινου κόστους των αγώνων.
«Τελειώνω λέγοντας πως πάλι την ίδια εποχή ένας ξένος περιηγητής εντυπωσιάστηκε γιατί είδε σε κάθε σπίτι εδώ στη δυτική Κρήτη, από τη λάβρα του κεριού, έναν σταυρό. Κάθε σπίτι είχε και ένα θύμα σε αυτούς τους αγώνες για την ελευθερία. Κάθε σταυρός συμβόλιζε και έναν νεκρό στο σπίτι εις το οποίο υπήρχε.»
Ενότητα στα βασικά ζητήματα της χώρας
Στο καταληκτικό μέρος της αντιφώνησής του, συνέδεσε τη θυσία των προηγούμενων γενεών με τη σημερινή ευθύνη για πρόοδο και ασφάλεια.
«Όλοι αυτοί οι χιλιάδες σταυροί οδήγησαν την Ελλάδα στη σημερινή εποχή. Γι’ αυτό και η σημερινή Ελλάδα πρέπει να φροντίζει τη χρήση της ελευθερίας της, την προστασία της ελευθερίας της, να την αξιοποιεί, να προκόβει, να είναι ασφαλής και για να είναι ασφαλής, πρέπει στα μεγάλα και στα σπουδαία να είμαστε ενωμένοι.»
Κλείνοντας, διέκρινε τις δημοκρατικές διαφωνίες από την ανάγκη κοινής στάσης στα θεμελιώδη ζητήματα που αφορούν το Έθνος.
«Έχουμε πολλά στα οποία μπορούμε να διαφωνούμε – και με βάση το δημοκρατικό μας πολίτευμα ίσως και να είναι αναγκαίο να διαφωνούμε γιατί δεν μπορεί όλοι να συμφωνούμε στα δευτερεύοντα ή στα επιμέρους. Αλλά στα βασικά θέματα που έχουν σχέση με την ύπαρξη του Έθνους, την μέριμνα για την ασφάλειά μας, τις μεγάλες επιλογές για την προκοπή μας, πρέπει να είμαστε ενωμένοι, διδασκόμενοι από το παράδειγμα αυτών των ανθρώπων που σήμερα τιμήσαμε, ώστε με τον τρόπο αυτό να επιβεβαιώσουμε ότι αναγνωρίζουμε την τεράστια θυσία τους, κατέληξε ο Πρόεδρος».
Στο Αρκάδι κορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις για τα 160 χρόνια της Εθελοθυσίας

Με την απόδοση τιμών στους νεκρούς και με μηνύματα για την ελευθερία, την εθνική ενότητα και τη διατήρηση της ιστορικής μνήμης κορυφώθηκαν στην Ιερά Μονή Αρκαδίου οι εκδηλώσεις για τη συμπλήρωση 160 χρόνων από την Αρκαδική Εθελοθυσία, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνου Αν. Τασούλα.
Στην ιστορική μονή τελέστηκε δοξολογία, χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου, ενώ ακολούθησαν επιμνημόσυνη δέηση και κατάθεση στεφάνου από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στο Μαυσωλείο. Νωρίτερα, ο κ. Τασούλας είχε παρακολουθήσει την παρέλαση στη λεωφόρο Κουντουριώτη, στο Ρέθυμνο. Την κυβέρνηση στις επετειακές εκδηλώσεις εκπροσώπησε η υφυπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου, Σέβη Βολουδάκη.
Τον πανηγυρικό της επετείου εκφώνησε ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού του Δήμου Ρεθύμνης, Μανόλης Τσάκωνας, αναδεικνύοντας τη διαχρονική παρακαταθήκη της θυσίας και την ευθύνη μεταλαμπάδευσης του μηνύματός της στις νεότερες γενιές.
«Η φλόγα εκείνης της νύχτας δεν έσβησε ποτέ»
«Η φλόγα που άναψε τα καντήλια εκείνης της νύχτας δεν έσβησε ποτέ», υπογράμμισε ο κ. Τσάκωνας, συνδέοντας την απόφαση των υπερασπιστών της μονής με τη συλλογική μνήμη και το χρέος απέναντι στα παιδιά.
Μέσα από ιστορική αναδρομή, παρουσίασε την πνευματική και πολιτιστική διαδρομή του μοναστηριού και τη μετατροπή του σε κέντρο της επαναστατικής δράσης το 1866. Αναφέρθηκε στον ηγούμενο Γαβριήλ Μαρινάκη, στον Πάνο Κορωναίο και στον Ιωάννη Δημακόπουλο, περιγράφοντας την προετοιμασία της άμυνας και την απόφαση των πολιορκημένων να αντισταθούν.
Ιδιαίτερη θέση στην ομιλία του είχαν οι γυναίκες και τα παιδιά που είχαν καταφύγει στη μονή. Περιέγραψε τη συμβολή τους στην προετοιμασία και τη μεταφορά των πυρομαχικών, στην τροφοδοσία των πολεμιστών και στη διατήρηση του ηθικού τους, με ξεχωριστή αναφορά στη Χαρίκλεια Δασκαλάκη.
Παράλληλα, στάθηκε στις δραματικές ώρες της πολιορκίας, στις προσπάθειες αναζήτησης βοήθειας και στην τελευταία προσευχή των πολιορκημένων. Η αφήγησή του κορυφώθηκε με την είσοδο των οθωμανικών δυνάμεων στη μονή και την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης, με αναφορά στον Κωστή Γιαμπουδάκη και στην απόφαση των συγκεντρωμένων να θυσιαστούν.
Ο κ. Τσάκωνας συνέδεσε την ιστορική αφήγηση με προσωπικά βιώματα, ανακαλώντας τις διηγήσεις του πατέρα του από τις αποσπερίδες στην Αμνάτο, όταν οι μεγαλύτεροι μετέφεραν στις επόμενες γενιές τις μνήμες εκείνων των γεγονότων. Μέσα από αυτή την αναφορά ανέδειξε τη συνέχεια της προφορικής παράδοσης και την ευθύνη να παραμείνει ζωντανό το μήνυμα της Εθελοθυσίας.
Γ. Κεφαλογιάννης – «Η ελευθερία δεν χαρίζεται, η αξιοπρέπεια δεν υποτάσσεται»
Στη διαχρονική σημασία της επετείου αναφέρθηκε, με δήλωσή του, ο βουλευτής Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Κεφαλογιάννης, τονίζοντας ότι πίσω από το μεγαλείο της ιστορικής στιγμής βρίσκονται οι αγωνιστές, οι γυναίκες και τα παιδιά που βρέθηκαν αντιμέτωποι με τη σκληρότητα του πολέμου και της καταπίεσης.
«Για εμάς που μεγαλώσαμε σε αυτόν τον τόπο, το Αρκάδι δεν είναι απλώς ένα ιστορικό μνημείο. Είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητάς μας, μια ιερή παρακαταθήκη που περνά από γενιά σε γενιά», σημείωσε.
Ο ίδιος υπογράμμισε ότι, 160 χρόνια μετά, το μήνυμα της θυσίας παραμένει επίκαιρο.
«Μας υπενθυμίζει πως η ελευθερία δεν χαρίζεται, η αξιοπρέπεια δεν υποτάσσεται και η δύναμη ενός έθνους θεμελιώνεται στην ενότητά του, στην ιστορική του συνείδηση και στην αποφασιστικότητα να υπερασπίζεται τις αρχές και τις αξίες του».
Παράλληλα, επισήμανε τον ιδιαίτερο συμβολισμό της παρουσίας του Προέδρου της Δημοκρατίας στις φετινές εκδηλώσεις, καθώς και των αποφάσεων των Δήμων Μυλοποτάμου και Ρεθύμνης να τον ανακηρύξουν επίτιμο δημότη.
Κλείνοντας τη δήλωσή του, ο κ. Κεφαλογιάννης συνέδεσε την απόδοση τιμής με την ευθύνη απέναντι στις επόμενες γενιές. «Το χρέος μας απέναντί τους δεν εξαντλείται στη διατήρηση της ιστορικής μνήμης. Είναι να κρατούμε ζωντανές τις αξίες για τις οποίες αγωνίστηκαν και να παραδίδουμε στα παιδιά μας μια πατρίδα αντάξια των θυσιών τους».




