Alpha Bank: Προκλητικές οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ για την ανάγκη νέων μέτρων στην Ελλάδα

Για προκλητικές εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σχετικά με την ανάγκη λήψης νέων μέτρων προσαρμογής, κάνει λόγο στο εβδομαδιαίο δελτίο εξελίξεων η Alpha Bank. 

Προκαλούν οι νέες γενικού χαρακτήρα εκτιμήσεις του ΔΝΤ, που αποφάσισε την εκταμίευση των δόσεων € 3,41 δισ. που οφείλονταν από το 2013, για την ανάγκη λήψης και νέων μέτρων προσαρμογής μακροπρόθεσμου χαρακτήρα τόσο στο δημοσιονομικό τομέα όσο και στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, χωρίς ουσιαστική αναφορά στην τεράστια προσαρμογή που έχει σημειωθεί έως σήμερα στην Ελλάδα με τη λήψη πραγματικά δραστικών και επίπονων μέτρων και στα προβλήματα που έφερε αυτή η προσαρμογή στην εγχώρια οικονομία, αναφέρει η Alpha Bank.

Ταυτόχρονα, δεν γίνεται μνεία στην άμεση ανάγκη που υπάρχει σήμερα για λήψη μέτρων που θα διευκολύνουν περαιτέρω την ήδη σε εξέλιξη έγκαιρη ανάκαμψη της οικονομίας και την απολύτως αναγκαία αύξηση της απασχόλησης, που αποτελούν τους μόνους μηχανισμούς από εδώ και πέρα τόσο για την ολοκλήρωση της δημοσιονομικής προσαρμογής και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όσο και για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Σημειώνεται ότι η προσαρμογή του (προσαρμοσμένου ως προς τον οικονομικό κύκλο) πρωτογενούς ισοζυγίου της γενικής κυβέρνησης (ΓΚ) στην Ελλάδα ανήλθε στις 16 ποσοστιαίες μονάδες (π.μ.) του ΑΕΠ το 2013, έναντι του 2009. Επιπλέον, με βάση τα στοιχεία εκτέλεσης του Π2014 στο 1ο 4μηνο 2014, είναι τώρα πολύ πιθανό ότι το πρωτογενές πλεόνασμα στη ΓΚ μπορεί να προσεγγίσει το 2,0% του ΑΕΠ το 2014, αυξάνοντας τη συνολική προσαρμογή από το 2009 στις 17,4 π.μ. του ΑΕΠ. Και όλα αυτά συνέβησαν παρά το ότι πολλοί παγκοσμίου κλάσης οικονομολόγοι προέβλεπαν το 2010 ότι ακόμη και μια προσαρμογή της τάξης των 10 π.μ. θα ήταν ουσιαστικά αδύνατη στην Ελλάδα και για το λόγο αυτό προέτρεπαν την Κυβέρνηση της χώρας να εγκαταλείψει τη Ζώνη του Ευρώ και να προχωρήσει σε άτακτη χρεοκοπία.

Το ΔΝΤ, υποεκτιμώντας την ανωτέρω πραγματικότητα και τα μακροχρόνιου χαρακτήρα μέτρα που έχουν ήδη ληφθεί για τη συνέχιση της δημοσιονομικής προσαρμογής όπως έχει σχεδιαστεί, κάνει αναφορά στην ανάγκη λήψης πρόσθετων μέτρων. Κάτι τέτοιο, όμως, όχι μόνο δεν συμβάλλει στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας του χρέους και στην κοινωνική συνοχή που επικαλείται το ΔΝΤ, αλλά κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Αυτό συμβαίνει για τους εξής λόγους:

Πρώτον, διότι η βιωσιμότητα του εκ βάθρων αναδιαρθρωμένου και δραστικά μειωμένου ελληνικού χρέους εξαρτάται από εδώ και πέρα αποκλειστικά από την ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας και από την αποκατάσταση μιας φυσιολογικής ροής εσόδων στον κρατικό προϋπολογισμό. Η τελευταία αναμένεται να συμβεί με τη σταδιακή αύξηση της απασχόλησης και των εισοδημάτων και με την τελική έξοδο της χώρας από την κρίση. Η τυχόν επιβολή νέων μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής στην τρέχουσα συγκυρία, μετά την επίτευξη ήδη δημοσιονομικής προσαρμογής 17 ποσοστιαίων μονάδων του ΑΕΠ, θα έχει νέα εξαιρετικά αρνητικά αποτελέσματα τόσο στην προσπάθεια ανάκαμψης της οικονομίας όσο και στην προσπάθεια αποκατάστασης μιας ομαλής ροής εσόδων στον κρατικό προϋπολογισμό.

Δεύτερον, τα μέτρα για τη δημοσιονομική προσαρμογή και για την επίτευξη σημαντικών πρωτογενών πλεονασμάτων στην περίοδο 2015-2020 έχουν ήδη ληφθεί και η επίπτωσή τους στη μείωση του δημοσίου χρέους της χώρας θα λάβει μεγαλύτερες διαστάσεις μόλις αποκατασταθεί μια ομαλή πορεία ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Μάλιστα, βρισκόμαστε σήμερα σε μια κατάσταση στην οποία η σταδιακή εκλογίκευση της φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών φορολογουμένων, που ήδη σχεδιάζεται από την Κυβέρνηση σε συνεργασία με την Τρόικα, μπορεί να έχει αξιοσημείωτη θετική επίπτωση στην επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων διότι θα συμβάλλει αφενός στην αύξηση της φοροδοτικής ικανότητας και, αφετέρου, στη σημαντική μείωση της φοροδιαφυγής και, ιδιαίτερα, των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων προς το κράτος.

Τρίτον, σημειώνεται ότι πρόσθετα δημοσιονομικά μέτρα ζητούσε το ΔΝΤ για να επιτευχθεί ο στόχος για μηδενικό πρωτογενές ισοζύγιο στη ΓΚ και το 2013. Ωστόσο, το περασμένο έτος επιτεύχθηκε πρωτογενές πλεόνασμα ύψους € 1,5 δις χωρίς τη λήψη πρόσθετων μέτρων και με επιπλέον μεταφορά εσόδων ύψους άνω των € 1,5 δις στο 2014 από το 2013 και δαπανών άνω των € 500 εκατ. από το 2014 στο 2013. Για παράδειγμα, ήδη έχουν εισπραχθεί € 963 εκατ. από τους φόρους περιουσίας στο 1ο 4μηνο.2014, παρά το ότι δεν έχουν ακόμη σταλεί τα εκκαθαριστικά για τον ΕΝΦΙΑ + ΦΑΠ του 2014.

Όσον αφορά στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί στον τομέα της προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της αποκατάστασης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας, σημειώνονται τα ακόλουθα:

α) Η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας ανήλθε το 2013 στο 19% έναντι του 2009 και στο 3,4% έναντι του 2000. Επίσης, όπως προβλέπεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η βελτίωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας για την Ελλάδα έναντι το 2000 θα συνεχιστεί και θα ανέλθει στο 5,5% το 2014 και στο 7,2% το 2015. Ήδη από το 2013 η Ελλάδα είναι η μόνη από τις χώρες της περιφέρειας της Ζώνης του Ευρώ (Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία και Ιταλία) που έχει επιτύχει σημαντικά κέρδη ανταγωνιστικότητας όχι μόνο έναντι του 2009 αλλά και έναντι του 2000 τα οποία κέρδη διευρύνονται σημαντικά το 2014 και το 2015, αντίθετα με ότι συμβαίνει με όλες τις άλλες χώρες που συμπεριλαμβάνονται.

β) οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών της χώρας ανήλθαν στο 26,9% του ΑΕΠ το 2013, από 20,1% του ΑΕΠ το 2009 και ότι σύμφωνα με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναμένεται να ανέλθουν 27,9% του ΑΕΠ το 2014 και στο 29,5% του ΑΕΠ το 2017. Και όλα αυτά συνέβησαν, ή εκτιμάται ότι θα συμβούν, παρά το ότι οι εισπράξεις από τη ναυτιλία μειώθηκαν σημαντικά το 2013 έναντι του 2009 και παρά το ότι οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μειώθηκαν δραματικά στο 28,3% του ΑΕΠ το 2013, από 38,3% του ΑΕΠ το 2008. Τα ανωτέρω συνεπάγονται ότι η εγχώρια προστιθέμενη αξία των ελληνικών εξαγωγών το 2013 είναι κατά πολύ υψηλότερη από την εγχώρια προστιθέμενη αξία των εξαγωγών του 2008-2009.

Οι τράπεζες

Όσον αφορά τις σημαντικές εξελίξεις στο χρηματοοικονομικό σύστημα της χώρας, το ΔΝΤ σημειώνει ότι: «παρά το ότι δεν υπάρχει οξύς κίνδυνος για τη σταθερότητα, είναι κρίσιμο για την οικονομική ανάκαμψη οι τράπεζες να είναι επαρκώς εκ των προτέρων κεφαλαιοποιημένες και να αναγνωρίσουν τις ζημιές τους επί τη βάση ρεαλιστικών υποθέσεων όσον αφορά την ανάκτηση των δανειακών τους απαιτήσεων». Επίσης, το ΔΝΤ αναφέρει ότι «προσπάθειες γίνονται για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, έτσι ώστε το κεφαλαιακό απόθεμα του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) να χρησιμοποιηθεί σε ενδεχόμενες ανάγκες που μπορεί να προκύψουν στην περίοδο του προγράμματος».

Και πάλι οι ανωτέρω αναφορές του ΔΝΤ υποτίθεται ότι λαμβάνουν υπόψη τις καταλυτικές εξελίξεις που έλαβαν χώρα στο Ελληνικό Τραπεζικό Σύστημα κατά το 2013 και ιδιαίτερα στους 5-πρώτους μήνες του 2014, σημειώνει η Alpha Bank.

Ειδικότερα, σημειώνεται ότι το 2013 έλαβαν χώρα, με τη συμβολή και του ΔΝΤ: α) η εκ βάθρων αναδιάρθρωση του τραπεζικού συστήματος, β) η επιτυχής ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών μετά από πολλαπλές συγχωνεύσεις και εξαγορές και γ) η 2η διαγνωστική εξέταση της Blackrock για τη διαπίστωση των τυχόν επιπλέον κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών. Επίσης, στο 1ο 5μηνο του 2014 έλαβαν χώρα: α) Η αυτόνομη άντληση από τις 4-συστημικές τράπεζες επιπλέον μετοχικών κεφαλαίων ύψους € 8,4 δις (4,61% του ΑΕΠ της χώρας) από τις διεθνείς αγορές κεφαλαίων, β) η αποκατάσταση της πρόσβασής των ελληνικών τραπεζών για χρηματοδότησή τους στις αγορές ομολόγων και στη διατραπεζική αγορά, γ) η δραστική μείωση του κόστους των καταθέσεων και η ταχεία μείωση της εξάρτησης των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ για την κάλυψη των χρηματοδοτικών τους αναγκών, δ) η βελτίωση των χρηματοοικονομικών καταστάσεων των τραπεζών, κ.ά.

Οι επιτυχείς ΑΜΚ των τραπεζών αποκλειστικά από ιδιώτες επενδυτές αποτελούν ένδειξη εμπιστοσύνης στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Ασφαλώς, η αντιμετώπιση του προβλήματος των πολύ υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs) αποτελεί κεντρικό στόχο της στρατηγικής όλων των ελληνικών τραπεζών στα επόμενα 3μηνα, με τη συμβολή και των νέων νομοθετικών ρυθμίσεων που επιδιώκουν την ενίσχυση της συνέπειας στην εξυπηρέτηση των δανειακών υποχρεώσεων των δανειζομένων και στην εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας στον τομέα της ρύθμισης των υποχρεώσεων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων στις τράπεζες που προωθείται από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Προς το παρόν, είναι αξιοσημείωτο ότι με την πορεία αύξησης της απασχόλησης και με την σταθεροποίηση της ανεργίας ήδη από το 1ο 3μηνο.2014, ενισχύονται και οι προοπτικές σταθεροποίησης του ποσοστού των NPLs στη χώρα ήδη από τα τέλη του 2014 με σταδιακή μείωσή του από τα επόμενα 3μηνα του επόμενου έτους. Η προοπτική αυτή ενισχύεται και από τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανάπτυξη, την απασχόληση και την ανεργία. Πράγματι, η Επιτροπή εκτιμά την ανάπτυξη στο 0,6% το 2014 και στο 2,9% το 2015 και ότι το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα ανήλθε στο ανώτατο επίπεδό του, στο 27,3%, το 2013 και αναμένεται να μειωθεί στο 26% του εργατικού δυναμικού το 2014 και στο 24% το 2015, με αύξηση της απασχόλησης κατά 0,6% το 2014 και κατά 2,6% το 2015, αναφέρει η Alpha Bank.

To δημόσιο χρέος

Τελικά, με βάση τα ανωτέρω, το ΔΝΤ εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος της χώρας θα παραμείνει υψηλό ακόμη και για πολλά χρόνια στην επόμενη δεκαετία παρά το στόχο για υψηλό πρωτογενές πλεόνασμα στα επόμενα έτη. Προσβλέπει δε στην απόφαση του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012 να παράσχει, αν χρειαστεί, νέα μέτρα ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους έτσι ώστε αυτό να διαμορφωθεί σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα του 110% του ΑΕΠ το 2022. Αυτή η ελάφρυνση του χρέους με βάση την απόφαση του Eurogroup θα υλοποιηθεί υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει την πλήρη υλοποίηση του προγράμματος προσαρμογής, όπως ήδη προβλέπεται στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2014-2018.

Σε σχέση με τα ανωτέρω σημειώνεται ότι σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή τον Απρίλιο του 2014, το χρέος της ΓΚ, που εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 177% του ΑΕΠ το 2014, εκτιμάται επίσης ότι θα μειωθεί σταδιακά σε περίπου 125% του ΑΕΠ το 2020 και στο 112% του ΑΕΠ το 2022. Οι εκτιμήσεις αυτές ήταν λίγο υψηλότερα από τις εκτιμήσεις που είχαν γίνει από την ΕΕ και από το ΔΝΤ τον Δεκέμβριο 2012 που πρόβλεπαν μείωση του χρέους στο 124% του ΑΕΠ το 2020 και στο 110% του ΑΕΠ το 2022.

Ωστόσο, οι εκτιμήσεις αυτές δεν λαμβάνουν υπόψη τα ακόλουθα: α) Την αποπληρωμή των προνομιούχων μετοχών από την Alpha και από την Τράπεζα Πειραιώς συνολικού ύψους €1,7 δισ. ή κατά 1π.μ. του ΑΕΠ, εξέλιξη που συνεπάγεται αντίστοιχη μείωση του δημοσίου χρέους/ΑΕΠ. β) Το γεγονός ότι η πλήρης κάλυψη των κεφαλαιακών αναγκών των τραπεζών από τις αγορές συνεπάγεται ότι τα ταμειακά διαθέσιμα του ΤΧΣ ύψους άνω των € 10 δις δεν είναι πλέον αναγκαία για την κεφαλαιακή ενίσχυση των τραπεζών και σε μεγάλο βαθμό θα αφαιρεθούν από το δημόσιο χρέος είτε το 2014 (όπως θα έπρεπε) είτε σε κάποιο από τα επόμενα έτη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μειώσει επιπλέον τον λόγο Δημοσίου Χρέους/ΑΕΠ κατά περίπου 4,0-5,0 π.μ. γ) Η προοπτική ότι έως το 2016 θα έχουν ασκηθεί πλήρως τα δικαιώματα αγοράς μετοχών από το ΤΧΣ (warrants), που σήμερα βρίσκονται στην κατοχή ιδιωτών επενδυτών, με αποτέλεσμα την είσπραξη από το ΤΧΣ ενός μεγάλου μέρους των κεφαλαίων που διέθεσε για την ανα-κεφαλαιοποίηση της Αlpha και της Τραπέζης Πειραιώς που κατάφεραν να καλύψουν το απαιτούμενο 10% της ΑΜΚ από τον ιδιωτικό τομέα σύμφωνα με τον νόμο τον Μάιο-Ιούνιο 2013. Αυτή η εξέλιξη θα συμβάλλει σε πρόσθετη μείωση του λόγου Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ κατά αρκετές π.μ. Με αυτά τα δεδομένα, είναι πολύ πιθανό ότι ο λόγος Δημοσίου Χρέους/ ΑΕΠ θα έχει διαμορφωθεί χαμηλότερα του 120% του ΑΕΠ το 2020 και του 110% του ΑΕΠ το 2022.

Μάλιστα, αν στις επικείμενες αποφάσεις για την περαιτέρω ελάφρυνση του ελληνικού χρέους συμπεριληφθούν μέτρα που θα μειώνουν περαιτέρω τις δαπάνες για τόκους τότε η μείωση του χρέους της ΓΚ σε επίπεδα κάτω του 110% του ΑΕΠ το 2022 θα μπορεί να επιτευχθεί και με πρωτογενή πλεονάσματα στη ΓΚ κάτω του 4,0% του ΑΕΠ, αναφέρεται στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η λειτουργία της ελληνικής οικονομίας με πρωτογενή πλεονάσματα στη Γενική Κυβέρνηση (ΓΚ) της τάξης του 4,0% του ΑΕΠ στην επόμενη 10ετία όχι μόνο δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά αποτελεί βασική προϋπόθεση για την ανάκαμψη (που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη) και για τη διεθνώς ανταγωνιστική ανάπτυξη και αύξηση της απασχόλησης που αναμένεται μετά το 2015. Τα πλεονάσματα αυτά θα αποτελούν την ατράνταχτη απόδειξη – ασφάλεια και εγγύηση για τους εγχώριους και τους ξένους επενδυτές που θέλουν να επενδύσουν στην εγχώρια οικονομία, ότι η Ελλάδα είναι μια σοβαρή και αξιόπιστη χώρα που όχι μόνο θα έχει κάθε δυνατότητα στο μέλλον να εκπληρώνει στο ακέραιο τις δανειακές της υποχρεώσεις, αλλά και ότι θα εξασφαλίσει επιπλέον σταδιακά και τις αναγκαίες εγχώριες αποταμιεύσεις για την χρηματοδότηση ενός υψηλού επιπέδου επενδύσεων που έχει ανάγκη. Στην τρέχουσα περίοδο, το πρωτογενές πλεόνασμα είναι η αποταμίευση που έχει ανάγκη το ελληνικό κράτος για να πληρώνει τουλάχιστον τους ήδη σημαντικά μειωμένους τόκους των δανείων που έχει συνάψει.

Αντίθετα με όσα φαίνεται να πρεσβεύει το ΔΝΤ, τα πρωτογενή πλεονάσματα από το 2014 και μετά θα επιτευχθούν όχι με νέα δημοσιονομικά μέτρα αλλά με τη συνεχή βελτίωση του βαθμού είσπραξης των βεβαιωθέντων φορολογικών εσόδων και με σταδιακή μείωση της φοροδιαφυγής και της εισφοροδιαφυγής, δηλαδή με την σταδιακή ενσωμάτωση της παράλληλης οικονομίας στην επίσημη οικονομία που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη, όπως είναι εμφανές στον τομέα της απασχόλησης. Στο βαθμό δε που αυτό θα συμβαίνει θα σημειώνεται και η αναγκαία σταδιακή μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών φορολογουμένων. Όπως ακριβώς συνέβη το 2013 με τη δραστική μείωση του συντελεστή ΦΠΑ στην εστίαση και το 2014 με τη μείωση του συντελεστή των εισφορών στα ασφαλιστικά ταμεία κατά 3,9 ποσοστιαίες μονάδες και επίσης με τη μείωση του συντελεστή φόρου στις μεταβιβάσεις ακινήτων από 10% σε 3,0%, καθώς και των φόρων κατοχής ακινήτων.

Σε αντίθεση με τα ανωτέρω, σε μελέτες που συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα (παρά το ότι η πιθανότητα εξόδου της Ελλάδος από το Ευρώ έχει τώρα σχεδόν μηδενιστεί), γίνεται λόγος για το σημαντικό «δημοσιονομικό χώρο» που θα μπορούσε να κερδηθεί για την Ελλάδα αν το δημόσιο χρέος της μειωνόταν (πιθανότατα με κάποιο μαγικό τρόπο) από το 170% στο 60% του ΑΕΠ.

Σύμφωνα με τους υποστηριχτές αυτής της λεγόμενης «σκληρής επιλογής» για την «βαθειά διαγραφή του ελληνικού χρέους», η «επιλογή» της θα εξασφάλιζε στην Ελλάδα πρόσθετους διαθέσιμους πόρους (ή πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο) ύψους € 10 δισ. ετησίως. Οι πόροι αυτοί θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για ενίσχυση του κράτους πρόνοιας, για αυξήσεις μισθών και συντάξεων και για κρατικές επενδύσεις. Είναι δε πολύ περισσότεροι από τους πόρους που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εφαρμογή της λεγόμενης «μαλακής επιλογής», δηλαδή με την συναινετική ελάφρυνση του ελληνικού χρέους σύμφωνα με τις αποφάσεις του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012. Τα κέρδη για την Ελλάδα που μπορεί να προκύψουν από αυτή την «μαλακή επιλογή» δεν υπερβαίνουν το 0,8% του ΑΕΠ (€ 1,5 δισ.) ετησίως. Δηλαδή «ψίχουλα». Επομένως, υποστηρίζουν οι συγκεκριμένοι αναλυτές, η «σκληρή επιλογή» είναι «η καλύτερη λύση την οποία διαθέτει η Ελλάδα». Η Εθνική υπερηφάνεια στα ύψη!

Στη ζωή, όμως, δεν μπορεί να είσαι ολίγον έγκυος, αναφέρει η Alpha. Μια ακόμη καλύτερη επιλογή θα ήταν να απαιτούσαμε τη μείωση του χρέους στο 0%. Τότε, ο «δημοσιονομικός χώρος» που θα αποκτούσαμε θα ήταν προφανώς μεγαλύτερος. Αλλά το πιο εντυπωσιακό θα ήταν αν απαιτούσαμε και ένα επιπλέον σχέδιο Marshal ύψους € 200 δισ. Στην περίπτωση αυτή θα γλυτώναμε τα € 10 δισ. από τους τόκους του δημοσίου χρέους και θα τοκίζαμε και τα € 200 δισ. με 5% ετησίως, με αύξηση του δημοσιονομικού χώρου κατά € 20 δισ. ετησίως, αντί για τα € 10 δισ. με την «σκληρή επιλογή».

Στον πραγματικό, όμως, κόσμο, η λεγόμενη «σκληρή επιλογή» δεν είναι καν επιλογή για την Ελλάδα. Διότι, προφανώς, οι άλλοι τα χρήματα που μας δάνεισαν στην ανάγκη μας θέλουν να τα πάρουν πίσω και να τα επιστρέψουν με τη σειρά τους στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις που τα αποταμίευσαν, ή στους φορολογούμενους, που περιμένουν να ζήσουν από αυτά. Κανείς, επομένως, δεν πρόκειται να δεχθεί μια τέτοια «επιλογή». Αντίθετα, η υλοποίηση των αποφάσεων του Eurogroup της 27ης Νοεμβρίου 2012, η «μαλακή επιλογή» σύμφωνα με τους ανωτέρω αναλυτές, είναι πράγματι διαθέσιμη και εξαιρετικά χρήσιμη για τη χώρα.

O κίνδυνος για την Ελλάδα

Συμπερασματικά, ο πραγματικός κίνδυνος για τη χώρα θα ήταν να ανατραπεί, σε κάποια χρονική περίοδο στο μέλλον, το πρόγραμμα σταθεροποίησης – αναδιάρθρωσης και ανάπτυξης της οικονομίας που εφαρμόζεται σήμερα και να τεθεί σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής πολιτικής το οποίο να οδηγεί και πάλι σε πρωτογενή ελλείμματα αντί για τα αναγκαία προγραμματισμένα πρωτογενή πλεονάσματα που προβλέπει το ΜΠΔΣ 2014-2018.

Σε μια τέτοια περίπτωση, η πρόσβαση του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα στις αγορές θα διακοπεί και πάλι και το άμεσο αποτέλεσμα θα είναι να περιέλθει η χώρα σε μια νέα δύνη ύφεσης και αδυναμίας εξυπηρέτησης των χρεών της, αλλά και κάλυψης των δημοσιονομικών της ελλειμμάτων. Η πρόσκληση μιας νέα Τρόικας θα γίνει τότε αναπόφευκτη και τα μνημόνια που θα υπογραφούν θα είναι απείρως πιο σκληρά από αυτά της περιόδου 2010-2014. Το σπουδαιότερο, ωστόσο, θα ήταν ότι με μια τέτοια πολιτική η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία και η ανάπτυξη θα είχαν αναβληθεί για μερικές 10ετίες.

Η Ελλάδα σήμερα αντιμετωπίζει το μέλλον με δίδυμα πλεονάσματα στο πρωτογενές δημοσιονομικό ισοζύγιο και στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών και με δραστικά βελτιωμένη τη διεθνή της ανταγωνιστικότητα, με τις εκ βάθρων διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι συνθήκες ανταγωνισμού στην εγχώρια οικονομία έχουν αποκατασταθεί σε σημαντικό βαθμό στους περισσότερους τομείς, με άρση των συνθηκών της υπέρμετρης προστασίας που αποτελούσαν ισχυρά εμπόδια στην επιχειρηματικότητα και στην ανάπτυξη έως σήμερα. Ήδη προωθείται η ενίσχυση της ανταγωνιστικής επιχειρηματικής δραστηριότητας στη χώρα με τη συμβολή τόσο του εγχώριου όσο και του ξένου κεφαλαίου.

Με αυτά τα δεδομένα, η ελληνική οικονομία εισέρχεται πλέον δυναμικά σε μία νέα φάση εξωστρεφούς ανάπτυξης, η οποία, μάλιστα, προβλέπεται να είναι πιο δυναμική από τις άλλες χώρες της περιφέρειας της ΖτΕ. Η Ελλάδα δεν μειονεκτεί έναντι άλλων ανταγωνιστριών χωρών όσον αφορά τις προοπτικές εξόδου από την κρίση και εισόδου της σε πορεία αυτοδύναμης ανάπτυξης. Στη δική μας ευχέρεια είναι πλέον να περάσουμε οριστικά μπροστά, τονίζεται στο εβδομαδιαίο δελτίο οικονομικών εξελίξεων.

Στους οργανισμούς απαιτείται σταθερότητα και συνέχεια για να ευδοκιμήσουν. Και αυτό διασφάλισε για τηνAlpha Bank ο Γιάννης Κωστόπουλος στην υπερ-σαραντάχρονη δημιουργική του πορεία στο τιμόνι της Τραπέζης. Αυτό σφράγισε και με την αποχώρηση από την θέση του Προέδρου της Alpha Bank. Σταθερότητα και συνέχεια απαιτεί και η Ελλάδα. Όχι τόσο ανθρώπων όσο ιδεών και αρχών. Ας πάρουμε όλοι μας το μήνυμα που εκπέμπει η πολιτεία του ανδρός, αναφέρει η Alpha Bank.