Energa-Hellas Power. Το χρονικό του θανάτου

Ως χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου, μπορεί να χαρακτηριστεί η πορεία της εισόδου ανεξάρτητων προμηθευτών στην λιανική αγορά ηλεκτρικού. Κάποιοι κοντόφθαλμοι, ίσως χαρούν με την κατάληξη που είχε η απόπειρα επιθετικής εισόδου στη λιανική αγορά των Energa και Hellas Power.

Ωστόσο η εξέλιξη αυτή μόνο λύπη πρέπει να προκαλεί καθώς 11 χρόνια μετά την απελευθέρωση της αγοράς ενέργειας, το τοπίο παραμένει θολό. Κανείς από τους συμμετέχοντες στην αγορά αυτή δεν είναι ευχαριστημένος, ενώ οι στρεβλώσεις σε όλη την αλυσίδα, από την παραγωγή ηλεκτρικού έως την πώληση στον τελικό καταναλωτή, όχι μόνο παραμένουν, αλλά δυστυχώς βαθαίνουν.

Από τη στιγμή που ξέσπασε η κρίση με τις δύο εταιρείες, το υπουργείο που χαράζει την πολιτική στην ενέργεια και εισηγείται κάθε τόσο νομοθετικές ρυθμίσεις για τη ενεργειακή αγορά στη Βουλή, σιωπά. Τι να πει άλλωστε;

Το μόνο που ενδιέφερε το πολιτικό σύστημα και τους περισσότερους από τους αρμόδιους υπουργούς των τελευταίων χρόνων, ήταν να ισορροπούν ανάμεσα στα συμφέροντα συντεχνιών και μονοπωλίων, αγνοώντας βασικές αρχές λειτουργίας της αγοράς, και “φροντίζοντας” το εθνικό δίκαιο να εναρμονίζεται με τις κοινοτικές οδηγίες, με τεράστια καθυστέρηση και με τρόπο που… να μην αλλάζει τίποτε.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο νόμος 4001/11 για την ενεργειακή αγορά, που ψηφίστηκε για να εναρμονίσει τη νομοθεσία με το τρίτο ενεργειακό πακέτο. Στο κυριότερο σημείο του όμως, αυτό δηλαδή που αφορά την ανεξαρτησία της ΡΑΕ από το υπουργείο, φροντίζει με τις κατάλληλες διατάξεις να τη δεσμεύει μέσω της υπαγωγής της στο Δημόσιο σε ότι αφορά στη διαχείριση των οικονομικών και τις προσλήψεις εξειδικευμένων επιστημόνων.

Τα αίτια της κατάρρευσης

Γιατί όμως κατέρρευσαν οι δύο εταιρείες με τους 200.000 πελάτες καταναλωτές ηλεκτρικού; Η δραστηριοποίηση τους στη λιανική ξεκίνησε ουσιαστικά το 2009, πριν καλά καλά εκδοθεί ο Κώδικας Συναλλαγών Ηλεκτρικής Ενέργειας, ο οποίος θα έπρεπε να είναι έτοιμος από το 2006 τουλάχιστον, όταν δηλαδή απελευθερώθηκε πλήρως η αγορά για όλες τις κατηγορίες των καταναλωτών.

Ωστόσο η δραστηριότητα αυτή, στηρίχθηκε σε ένα στρεβλό πλαίσιο διαμόρφωσης των τιμολογίων της ΔΕΗ, του οποίου κύριο χαρακτηριστικό ήταν οι σταυροειδείς επιδοτήσεις. Δηλαδή με απλά λόγια, οι κυβερνήσεις επέβαλαν στη ΔΕΗ να διατηρεί χαμηλά, κάτω του πραγματικού κόστους, τα οικιακά τιμολόγια και υπερβολικά πάνω του κόστους τα επαγγελματικά, τα τιμολόγια κοινοχρήστων κ.λπ. Θεωρητικά η πολιτική αυτή είχε ως στόχο να «προστατέψει» τα χαμηλά εισοδήματα.

Στην πραγματικότητα, όμως, δεν ήταν τίποτε άλλο από μία χονδροειδή χειραγώγηση της διαμόρφωσης του τιμάριθμου, καθώς στο «καλάθι» τιμών για τον υπολογισμό του, μετρά η στάθμιση των οικιακών τιμολογίων και όχι των επαγγελματικών.

Έτσι η πρώτη εταιρεία που μπήκε στην αγορά λιανικής, η Energa δημιούργησε πελατολόγιο από καταστήματα, μικρά και μεγάλα, προσφέροντας έκπτωση έως και 20% έναντι των τιμολογίων της ΔΕΗ.

Για περίπου 1,5 χρόνο, η πρώτη εταιρεία δραστηριοποιήθηκε στην αγορά με την επωνυμία της Verbund (σ.σ. είναι η αυστριακή ΔΕΗ), η οποία και συμμετείχε με πλειοψηφικό πακέτο στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας προμήθειας. Μειοψηφών μέτοχος ήταν η οικογένεια Φλώρου.

Ωστόσο στις αρχές του 2011 η αυστριακή εταιρεία αποχώρησε. Και μπορεί μεν η ελληνική πλευρά, η οποία αγόρασε τις μετοχές της Verbund, να διατείνονταν ότι η αποχώρηση της αυστριακής εταιρείας έγινε λόγω σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ των δύο εταίρων, ωστόσο στην πραγματικότητα οι αυστριακοί μάλλον έβλεπαν την «καταιγίδα» να έρχεται.

Προοίμιο της καταιγίδας ήταν το μνημόνιο που υπέγραψε η Κυβέρνηση Παπανδρέου με την τρόικα. Προέβλεπε σταδιακή προσαρμογή, μέχρι τον Ιούνιο του 2013, όλων των τιμολογίων, στα πραγματικά δεδομένα κόστους και στις τιμές που διαμορφώνονται στη χονδρεμπορική αγορά.

Έτσι από τα τέλη του 2010 ξεκίνησε μία σταδιακή μείωση των τιμολογίων σε επαγγελματικές χρήσεις και στις μεγάλες οικιακές καταναλώσεις, με παράλληλη αύξηση των μεσαίων και μικρών (μέχρι 800 κιλοβατώρες το 4μηνο) οικογενειακών καταναλώσεων που ήταν και τα περισσότερο επιδοτούμενα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, από την 1η Ιανουαρίου του 2011 το τοπίο στην αγορά λιανικής να γίνει εντελώς διαφορετικό. Τα τεράστια περιθώρια στα πρώην κερδοφόρα “επαγγελματικά” τιμολόγια εξαφανίστηκαν. Οι ανεξάρτητοι προμηθευτές, θα έπρεπε να λειτουργήσουν πλέον μέσα στα περιθώρια που προσφέρει η διαφορά τιμής μεταξύ χονδρικής και λιανικής αγοράς.

Σε μία χώρα που λειτουργεί η αγορά, τα περιθώρια αυτά μπορεί να είναι μικρά, ωστόσοεπιτρέπουν σε μία σοβαρή εταιρεία να ασκήσει εμπορική πολιτική, καθώς στο μεγαλύτερο βαθμό στηρίζεται σε διμερείς συμφωνίες μεταξύ παραγωγών και προμηθευτών.

Στην Ελλάδα, όμως, οι τιμές χονδρικής στο ηλεκτρικό έχουν πολύ μεγάλη αστάθεια. Οι μεν ανεξάρτητοι παραγωγοί καταγγέλλουν ότι οι τιμές χονδρικής χειραγωγούνται από τον μεγαλύτερο παραγωγό που είναι η ΔΕΗ, ενώ η ΔΕΗ ισχυρίζεται το αντίθετο.

Το σίγουρο είναι ότι κάποιες χρονικές περιόδους η τιμή χονδρικής (Οριακή Τιμή Συστήματος) είναι χαμηλή και προσφέρει επαρκή εμπορικά περιθώρια. Αλλες όμως είναι υψηλότερη και από την τιμή λιανικής. Θα πει κανείς, πώς συμβαίνει αυτό; Και όμως στην ελληνική αγορά όλα είναι δυνατά, χάρη στις στρεβλώσεις. Μόνο που κάθε συμμετέχων στην αγορά τις στρεβλώσεις τις φορτώνει στον άλλο. Σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες αγορές, η Ελληνική έχει την εξής ιδιομορφία:

Ο προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να αγοράσει ηλεκτρική ενέργεια από το pool του Διαχειριστή (ΔΕΣΜΗΕ) στην τιμή που διαμορφώνεται ανά ώρα. Δηλαδή η διαμόρφωση της χονδρικής τιμής, δεν είναι αποτέλεσμα ελεύθερης διαπραγμάτευσης μεταξύ παραγωγού και προμηθευτή, όπως ισχύει σε άλλες χώρες. Επιπλέον στην Ελλάδα, οι τιμές λιανικής στη χαμηλή τάση, είναι διοικητικά ρυθμιζόμενες.

Έτσι, ο ανεξάρτητος προμηθευτής είναι υποχρεωμένος να αγοράζει ηλεκτρική ενέργεια με τιμή την οποία δεν διαπραγματεύεται και να την πουλά σε τιμή χαμηλότερη από αυτήν που ορίζει η υπουργική απόφαση, ώστε να μπορεί να διατηρεί την πελατεία του.

Έως το 9μηνο του 2011 το πράγμα για τους ανεξάρτητους προμηθευτές «κουτσοπήγαινε»,καθώς πραγματοποιούσαν και εισαγωγές που μείωναν έστω και σε μικρό βαθμό τα ρίσκα από τις διακυμάνσεις της χονδρικής. Επιπλέον, με ισχυρή διαφημιστική προβολή (στα όρια του θεμιτού κάποιες φορές) πρόβαλαν «πακέτα» οικιακών τιμολογίων, τα οποία υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να προσφέρουν μικρές εκπτώσεις στους καταναλωτές.

Το ετοιμόρροπο σκηνικό, χάλασε ακόμη μία φορά το τελευταίο τρίμηνο του 2011, με την επιβολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο φυσικό αέριο. Ο νέος φόρος είχε ως αποτέλεσμα να εκτιναχτεί η χονδρική τιμή (Οριακή Τιμή Συστήματος) και να μηδενίσει (έως να κάνει αρνητικά) ταεμπορικά περιθώρια που υπήρχαν το 2011. Έτσι οι δύο εταιρείες που με την επιθετική εμπορική τους πολιτική, έφτασαν να εξυπηρετούν πάνω από 200.000 καταναλωτές, βρέθηκαν “στο κόκκινο”. Και το κόκκινο γινόταν όλο και πιο έντονο, όσο η κρίση αύξανε το χρόνο αποπληρωμής των λογαριασμών και μείωνε τη ρευστότητα τους, την οποία δεν μπορεί ακόμη να υποκαταστήσει το τραπεζικό σύστημα.

Αποτέλεσμα να αυξάνονται και τα φέσια στο pool (ΔΕΣΜΗΕ), από όπου αγόραζαν το ηλεκτρικό. Θα ρωτήσει κανείς γιατί δεν παρενέβαινε πιο νωρίς το ΥΠΕΚΑ, η ΔΕΗ (στην οποία επίσης χρωστούν) ή ο ΔΕΣΜΗΕ, καθώς τα φέσια ήταν γνωστά και μεγάλωναν μέρα με τη μέρα;

Η απάντηση είναι απλή. Στην παρούσα συγκυρία, και από τη στιγμή που πραγματικό άνοιγμα της αγοράς δεν υπήρχε, ενώ ΕΕ και τρόικα πίεζαν για άνοιγμα της ενεργειακής αγοράς, έπρεπε πάση θυσία να εμφανίζεται ότι το 10% των καταναλωτών ηλεκτρικού έχει αλλάξει προμηθευτή. Έστω κι αν το «άνοιγμα μαϊμού» της αγοράς, ήταν σε βάρος του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος.

Εν τέλει, αν δεν αλλάξει το περιβάλλον κι αν η αγορά δεν αποκτήσει χαρακτηριστικά πραγματικής αγοράς, με διαφανείς όρους διαμόρφωσης των τιμών για όλους (ΔΕΗ και ιδιώτες) σε κάθε φάση της παραγωγής, και κυρίως αν οι ρυθμιζόμενες τιμολογήσεις στη χρήση δικτύων (μεταφοράς και διανομής ελεγχόμενα από τη ΔΕΗ) δεν «προσγειωθούν» στα επίπεδα του μέσου όρου της ΕΕ, μην περιμένει κανείς ότι θα αλλάξει κάτι.

Μέχρι στιγμής δίνονταν εμβαλωματικές λύσεις για να μπορούν να λειτουργούν στα όρια κάποιες ιδιωτικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, ή κάποιες εταιρείες προμήθειας. Από το 2013 το τοπίο και πάλι αλλάζει. Οι νέες οδηγίες που ετοιμάζονται, δημιουργούν υποχρεωτικά μοντέλο αγοράς εντελώς διαφορετικό από το σημερινό, με κατάργηση του pool στη σημερινή του μορφή και εισαγωγή διαπραγμάτευσης μεταξύ παραγωγού και προμηθευτή.

(euro2day.gr)