Νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων απειλεί να πυροδοτήσει η απότομη άνοδος των τιμών της ενέργειας, με τη Eurobank Research να προειδοποιεί ότι η διατήρησή τους σε υψηλά επίπεδα μπορεί να πλήξει τόσο το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών όσο και την ιδιωτική κατανάλωση.
Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα επιταχύνθηκε ήδη στο 3,7% τον Αύγουστο, από 2,7% τον Ιούλιο, ενώ στην Ευρωζώνη διαμορφώθηκε στο 3,2%. Το νέο στοιχείο που αλλάζει τις ισορροπίες είναι η έντονη άνοδος των ενεργειακών τιμών μέσα στον Σεπτέμβριο. Η μέση τιμή του Brent έως τις 22 Σεπτεμβρίου έφθασε τα 101,2 δολάρια το βαρέλι, από 88,1 δολάρια τον Αύγουστο και 84 δολάρια τον Ιούλιο. Σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, η αύξηση αγγίζει το 50,6%.
Η πίεση δεν περιορίζεται πλέον μόνο στους λογαριασμούς ενέργειας. Οπως επισημαίνει η Eurobank, στο νέο τεύχος της ανάλυσης 7 Ημέρες Οικονομία, η παραμονή του ενεργειακού κόστους σε υψηλά επίπεδα μπορεί να περάσει σταδιακά στις τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών, συμπιέζοντας παράλληλα το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η έκθεση, εκτιμά τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό στην Ελλάδα στο 3,5% για το 2026, έναντι 3% στην Ευρωζώνη. Για το 2027 προβλέπει υποχώρηση στο 2,7% και για το 2028 στο 2,2%.

Οι υπηρεσίες κρατούν ψηλά τις τιμές
Το μεγαλύτερο μέρος του πληθωρισμού τον Αύγουστο προήλθε από τις υπηρεσίες, οι οποίες πρόσθεσαν 2,2 ποσοστιαίες μονάδες στον συνολικό δείκτη. Η ενέργεια ακολούθησε με 1,2 μονάδες, ενώ σαφώς μικρότερη ήταν η συμβολή των βιομηχανικών αγαθών και των μη επεξεργασμένων τροφίμων. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο βαριά όταν η σύγκριση γίνεται με την περίοδο πριν από την πανδημία. Οι τιμές στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα όπως κρέας, ψάρια, θαλασσινά, φρούτα και λαχανικά, είναι σωρευτικά αυξημένες κατά 47,6%. Η ενέργεια βρίσκεται 34,7% υψηλότερα, τα επεξεργασμένα τρόφιμα κατά 24,3% και οι υπηρεσίες κατά 21,1%.
Ειδικά στο ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο, τα στερεά καύσιμα και τη θέρμανση, η σωρευτική αύξηση από τα προ πανδημίας επίπεδα φθάνει στο 45,8%. Για τα υγρά καύσιμα και τα καύσιμα κίνησης διαμορφώνεται στο 29,4%.
Η οικονομία, πάντως, δεν έχει «γυρίσει»
Παρά την επιδείνωση στο ενεργειακό μέτωπο, μέχρι τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ενδείξεις ουσιαστικής κάμψης της οικονομικής δραστηριότητας. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος διαμορφώθηκε στις 106,9 μονάδες, χαμηλότερα από τις 107,5 μονάδες του Ιουλίου, αλλά αρκετά πάνω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο των 100 μονάδων. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης βελτιώθηκε για δεύτερο συνεχόμενο μήνα, φθάνοντας σε υψηλό 15 μηνών, παρότι εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Ανθεκτικότητα εμφανίζει και η μεταποίηση. Ο PMI αυξήθηκε στις 54,4 μονάδες τον Αύγουστο, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε μηνών και σαφώς πάνω από το όριο των 50 μονάδων που διαχωρίζει την επέκταση από τη συρρίκνωση της δραστηριότητας. Η εικόνα αποδίδεται κυρίως στην αύξηση των νέων παραγγελιών και της απασχόλησης.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι ότι οι συγκεκριμένοι δείκτες δεν έχουν ακόμη ενσωματώσει τη νέα άνοδο των τιμών της ενέργειας που καταγράφηκε μέσα στον Σεπτέμβριο. Οι μετρήσεις των επόμενων μηνών θα δείξουν εάν το ενεργειακό κόστος αρχίζει να περνά στην πραγματική οικονομία.

Στήριγμα κατανάλωση και τουρισμός
Η ιδιωτική κατανάλωση είχε εμφανίσει σαφή βελτίωση ήδη στο δεύτερο τρίμηνο. Αυξήθηκε κατά 0,9% σε τριμηνιαία βάση και κατά 1,7% σε ετήσια, έναντι πτώσης 0,3% σε τριμηνιαία βάση στο πρώτο τρίμηνο. Αύξηση 6,6% σε ετήσια βάση κατέγραψαν και οι εξαγωγές αγαθών, εξέλιξη που η Eurobank συνδέει εν μέρει με τις αυξημένες ανάγκες για διυλισμένα προϊόντα πετρελαίου. Αντίθετα, οι εξαγωγές υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 1,7%.
Ιδιαίτερα θετική παραμένει η εικόνα του τουρισμού. Τον Ιούλιο οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 7,2% σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα, παρότι οι αφίξεις μειώθηκαν κατά 3,1%. Η εξέλιξη εξηγείται από την αύξηση της μέσης δαπάνης ανά ταξιδιώτη κατά περίπου 10%.
Στην αγορά εργασίας, το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 7,9% τον Ιούλιο, από 8,1% τον Ιούνιο και 8,9% έναν χρόνο νωρίτερα, ενώ η απασχόληση αυξήθηκε κατά 1% σε ετήσια βάση. Ασθενέστερα είναι τα μηνύματα από τη βιομηχανική παραγωγή και το εξωτερικό εμπόριο. Η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 1,7% σε μηνιαία βάση τον Ιούλιο και κατά 0,9% σε ετήσια, ενώ η μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές διεύρυνε το εμπορικό έλλειμμα.
Η εικόνα που προκύπτει είναι έτσι μικτή, αγορά εργασίας και τουρισμός εξακολουθούν να λειτουργούν ως αναχώματα, όμως το ενεργειακό κόστος επιστρέφει ως βασική απειλή. Και αυτή τη φορά το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσο θα ακριβύνουν το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και το ρεύμα, αλλά πόσο γρήγορα οι αυξήσεις αυτές θα περάσουν στο υπόλοιπο καλάθι και στην κατανάλωση.
